Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2018

Χριστός εν πόλει Βηθλεέμ- Η σημειολογία της Εικόνος της Γεννήσεως



Ἡ τοῦ Χριστοῦ Γέννησις, διὰ χειρὸς Κωνσταντίνου Κουτούμπα. Ἡ τοποθέτησις τῆς Ἱ. Εἰκόνος τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ "ἐπὶ δισκελίῳ", ἐν μέσῳ τοῦ Ἐνοριακοῦ Ναοῦ τῆς Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου - Παναγίας τῆς Λιμνιᾶς Σκιάθου, καθῶς προετοιμάζεται γιὰ τὴν Ἀκολουθία τῶν Μεγάλων καὶ Βασιλικῶν Ὡρῶν τῶν Χριστουγέννων.  


Ἡ τοῦ Χριστοῦ Γέννησις, διὰ χειρὸς Κωνσταντίνου Κουτούμπα. Ἡ τοποθέτησις τῆς Ἱ. Εἰκόνος τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ "ἐπὶ δισκελίῳ", ἐν μέσῳ τοῦ Ἐνοριακοῦ Ναοῦ τῆς Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου - Παναγίας τῆς Λιμνιᾶς Σκιάθου, καθῶς προετοιμάζεται γιὰ τὴν Ἀκολουθία τῶν Μεγάλων καὶ Βασιλικῶν Ὡρῶν τῶν Χριστουγέννων.  



Ἡ τοῦ Χριστοῦ Γέννησις, διὰ χειρὸς Κωνσταντίνου Κουτούμπα.

Ἡ εἰκόνα τῆς τοῦ Χριστοῦ Γεννήσεως συγκεφαλαιώνει ὅλα τὰ Γεγονότα τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐνανθρωπίσεως σὲ μίαν ἀπεικόνιση, χρησιμοποιῶντας ὡς τρόπο ἔκφρασης τὸν χρωστῆρα, μὲ τρόπον ὅμοιο μὲ αυτὸν που χρησιμοποιεῖ ἡ Λατρεία μας ὥστε νὰ ἀποδώσει τὸν λειτουργικὸ χρόνο, μὲ τὸν λειτουργικὸ ὅρο "Σήμερον".

Κέντρο τῆς Εἰκόνος, ὁ Ἐνανθρωπήσας Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ ΙΣ ΧΣ, ὁ ὁποῖος κεῖται ἐσπαργανωμένος μέσα στὴν φάτνη μὲ τρόπο ποὺ σημειολογικὰ παραπέμπει στὴν Ταφὴ Τοῦ Κυρίου (σάββανα-σπάργανα, φάτνη-μνῆμα). Τὸ ἴδιο ἐξυπηρετεῖ καὶ ἡ δευτερεύουσα ἀπεικόνιση στο κάτω ἄκρο τῆς Εἰκόνος ὅπου δύο γυναῖκες πράττουν τὸν λουτῆρα, ἢ τὸν Νιπτῆρα, δηλαδὴ το πρῶτο λουτρὸ τοῦ Χριστοῦ. Τὸ τελετουργικὸ παραπέμπει στὸν βαπτισματικὸ τῦπο που ἄκολουθεῖ ἡ Ἐκκλησία κατὰ τὴν Βάπτιση τῶν νηπίων, γεγονὸς που συνδέεται μὲ τὴν ἀνάμνηση τοῦ θανάτου καὶ τῆς ταφῆς Του (τριπλὴ κατάδυση καὶ ἀνάδυση). 

Ἡ Ὀρθόδοξη Εἰκόνα κινεῖται πέρα ἀπὸ  συναισθηματισμοὺς καὶ ῥομαντικὴ διάθεση (τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκει νὰ ὑποβάλλει στοὺς πιστοὺς ἡ αἰσθησιοκεντρικὴ ἀναγεννησιακὴ ζωγραφική). Πόσο δὲν συγκινεῖ τὸν θεατῆ ἡ εἰκόνα ἕνὸς βρέφους που ἀντικρύζει γιὰ πρώτη φορὰ τὸν κόσμο καὶ τοὺς γονεῖς που τὸ ὑποδέχονται. Ὅμως ἡ Εἰκόνα δὲν θέλει νὰ συγκινήσει οὔτε νὰ ὑποβάλλει. Θέλει νὰ θεολογήσει, καὶ αὐτὸ πετυχαίνει. Νὰ ὁμολογήσει τὸν μόνο σκοπὸ τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ, που εἶναι ἡ Σωτηρία που παρέχει στοὺς ἀνθρώπους ὡς ἀπαρχὴ τῶν γεγονότων που ὀδηγοῦν σἒ ἕνα καὶ μόνο ἀνέλπιστο γιὰ τὸ ἀνθρώπινο Γένος γεγονός, τὴν Ἀνάστασι.

Τὸ σημεῖο ὅπου κεῖται ἡ Φάτνη ὑποδεικνύει ὁ Λαμπρὸς Ἀστέρας, ἐνῷ πλησίον τοῦ θείου Βρέφους βρίσκουν θαλπωρὴ τὰ ἄλογα ζῶα, ἕνα γαϊδουράκι καὶ ἕνα μοσχαράκι, τὰ ὁποῖα Τὸ θερμαίνουν μὲ τὶς ἀνάσες τους, ἀναγνωρίζοντας τὸν Κύριό Τους, ὅπως προφήτευσε ὁ Ἠσαΐας: "ἔγνω βοῦς τὸν κτησάμενον καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ" (Ησ. 1, 3). 

Δίπλα του ανακάθεται ἡ Θεοτόκος, ἡ οποῖα δὲν φέρει σημεῖα κούρασης, καθῶς ἀκράδαντη πεποίθηση τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχει τὸ ὅτι ἔτεκε ἄνευ ὠδύνων, χωρὶς πόνους, πρᾶγμα που ἀπορρέει ἀπὸ τὸν Ὑπερφυῆ καὶ Μυστικὸ τρόπο τῆς Συλλήψεως τοῦ Χριστοῦ, ἐκ Πνεύματος Ἁγίου. Στέκεται  πλησίον του καὶ διατηρεῖ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὸ Παιδίον καθῶς γνωρίζει ὅτι εῖναι "Θεὸς τὸ τεχθέν".

Στὸ δεξιὸ κάτω ἄκρο τῆς Εἰκόνος στέκει ὁ Μνήστωρ Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος ἀδυνατεῖ νὰ συλλάβῃ τὸ θαυμαστὸ γεγονός τῆς Ἐνανθρώπησης τοῦ Μεσσία ἐκ Πνεύματος Ἁγίου, γιὰ αὐτὸ καὶ παρακολουθεῖ ἀπὸ μακρυᾶ, ἀμέτοχος στὰ γεγονότα, ἐνῷ μιὰ σκοτεινῆ μορφῆ ἐνώπιόν του ὅμοια μὲ τὸν διάβολο τοῦ σπείρει ἀμφιβολίες. 

Τὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεὲμ στεφανώνει Χορὸς Ἁγίων Ἀγγέλων μέσα σὲ δόξα, που ὑμνολογεῖ τὸν Κύριο, τὸν ποιητῆ οὐρανοῦ καὶ γῆς. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς σπεύδει νὰ ἀναγγείλει τὴν Γέννησι τοῦ Χριστοῦ στοὺς ποιμένες που νέμονται τὰ πρόβατά τους ''ἀγραυλοῦντες''.

Οἱ Τρεῖς Μάγοι, οἱ Ἀστρονόμοι Βασιλεῖς τῶν Περσῶν τοποθετοῦνται τόσο ἐν κινήσει, καθ᾿ ὁδὸν πρὸς τὴν Βηθλεὲμ ἀλλὰ καὶ ἔμπροσθεν τῆς Θεοτόκου, νὰ ἀποθέτουν τὰ δῶρα μὲ τὰ ὁποῖα τιμοῦν τὸν Χριστὸ που ἤρθε μέσα στὴν ἀπόλυτη φτώχεια ὡς Βασιλέα, προσφέροντας χρυσό, λίβανο καὶ σμῦρνα. Ἡ δυναμικὴ αὐτὴ που ἔχει ἡ Ὀρθόδοξη Εἰκονογραφία νὰ παριστᾷ γεγονότα μὲ χρονικὴ ἀπόσταση τὴν ἴδια στιγμή, συμπορεύεται μὲ τὴν δυναμικὴ που ἔχει ἡ Ὀρθόδοξη Λατρεία νὰ συμπεριλαμβάνῃ γεγονότα που ἀπέχουν χρονικὰ μεταξύ τους καὶ νὰ τὰ βιώνει τὴν ἴδια στιγμὴ ὡς παρόντα.

Κωνσταντῖνος Κουτούμπας



Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2018

Οι τρεις Νέοι Όσιοι της Εκκλησίας


Οι τρεις Νέοι Όσιοι της Εκκλησίας, Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης, Ιάκωβος ο Με συγχωρείτε και Παΐσιος ο Αγιορείτης, διά χειρός Κωνσταντίνου Κουτούμπα.

Τρίτη 23 Ιανουαρίου 2018

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, πρώτη εορτή της εικόνος του, στην Παναγία Ευαγγελίστρια Κλήρου, στην Λευκωσία της Κύπρου.






Από τον Ιερό Ναό Παναγίας Ευαγγελίστριας, στο χωριό Κλήρου Λευκωσίας, την Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2018, ημέρα κατά την οποία εορτάζει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Την ημέρα εκείνη λειτουργήθηκε για πρώτη φορά η Εικόνα του, η οποία εζωφραφήθη παρ' εμού του αναξίου, και αποτελεί αφιέρωμα ευλαβών ενοριτών. Ευχαριστώ θερμά τον Εφημέριο του Ναού π. Νικόλαο Νυχίδη, για τις φωτοαποτυπώσεις.   

Κωνσταντίνος Κουτούμπας.


Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017

''Σταλάξατε τα όρη της Σκιάθου γλυκασμόν... από τα υμνογραφήματα του Αλεξάνδρου Μωραϊτίδη.



Ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης ασχολήθηκε, μεταξύ άλλων, και με την υμνογραφία, συνθέτοντας ύμνους, Παρακλητικούς Κανόνες και Ακολουθίες Αγίων, παράλληλα με τη μελέτη και ερμηνεία πατερικών κειμένων, από το 1908 και έπειτα, περίοδο κατά την οποία είχε αποσυρθεί από την ''κοσμική συγγραφή'', έως την οσιακή κοίμησή του το 1929. 
Μεταξύ των Ακολουθιών αυτών, εξέχουσα θέση έχουν ο Παρακλητικός Κανόνας και η Πανηγυρική Ακολουθία της Ευρέσεως της Παναγίας της Εικονιστρίας, Πολιούχου Σκιάθου.
Τον Παρακλητικό Κανόνα συνέθεσε το 1916, κατόπιν προτροπής του επιφανούς μουσικολογιωτάτου ιερέως Ανδρέα Μπούρα και του Δασκάλου Γεωργίου Ρήγα, που ήταν λαϊκός τότε ακόμη[1]. Πρόκειται για τον κανόνα με τον οποίο προπέμπεται η Εικόνα της Παναγίας, από την πόλη της Σκιάθου στον τόπο της Ευρέσεως, στο Μοναστήρι της Εικονιστρίας. Ο Κανόνας αυτός είναι γραμμένος επάνω στους Ειρμούς του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα –τον οποίο κατ εξαίρεσιν έψαλαν πάντοτε στη Σκιάθο στις λιτανείες της Παναγίας, και εξυμνεί την θαυμαστή επιφάνεια του εκπάγλου φωτός που εξέπεμπε το σεπτό εικόνισμα της Παναγίας, το γεγονός της Ευρέσεώς Της, και όσα θαυμαστά γεγονότα ακολούθησαν, καθώς επίσης και τα φρικτά και μεγάλα θαύματα που καταγράφει το Συναξάρι Της, που συνέγραψε στα μέσα του 18ου αιώνα Διδάσκαλος του Γένους, Επιφάνειος Δημητριάδης ο Λογιώτατος, και εξέδωσε πολύ αργότερα ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης το 1903.
Ο Μωραϊτίδης εξυμνεί με ιδιαίτερη γλυκύτητα όλα τα μεγάλα θαύματα της Παναγίας, τον τρόπο με τον οποίο εμφανίστηκε στον ασκητή Γέροντα Συμεών, το υπερκόσμιο και γλυκύτατο θείο φως που εξέπεμπε, την ανακοίνωση του θαύματος στους Σκιαθίους, την έλευση των Σκιαθιτών μαζί με τον Γέροντα στον τόπο της Ευρέσεως, την κατάβαση της Εικόνος από το πεύκο στο οποίο αιωρούταν, τις άπειρες θεραπείες και τα θαύματα που επιτέλεσε. Την ίαση της παραλύτου κόρης από τα Τρίκερι, τις θεραπείες δαιμονιζομένων, την επίπληξη του ασεβούς ζωγράφου που ήθελε να την επιζωγραφίσει, τη λύτρωση του συκοφαντημένου Προεστού. Όλα αυτά τα θαύματα εξυμνούνται τόσο γλαφυρά και ζωντανά στον Κανόνα, μέσα σε τόσο κατανυκτικό ύφος, που ο πιστός τα ζει παρόντα μπροστά του. Ο κανόνας καταλήγει σε ένα διακαές αίτημα: Η Θεοτόκος με τις μεσιτείες Της να λυτρώσει τον σεπτό λαό του Θεού από κάθε οδύνη και να αναπαύσει τα μέλη της Εκκλησίας που βρίσκονται ‘‘ἐν χώρᾳ ζώντων’’ και ‘‘ἐν βίβλῳ ζωῆς’’. Στο τέλος του Κανόνα ο Μωραϊτίδης σημειώνει: «Ἔγραφον τῇ συγκαταβάσει τῆς Παναχράντου καὶ κραταιᾷ αὐτῆς ἀντιλήψει ἐν Σκιάθῳ, τῇ προσφιλεστάτῃ μοι πατρίδι, τῇ παρακελεύσει εὐλαβεστάτων συμπολιτῶν μοι, ἐν ἡμέραις φθίνοντος Ὄκτωβρίου 1916»[2].
Το 1924, μετά από «ἐπίμονον καὶ θερμὴν προτροπὴν» του παπα-Γιώργη Ρήγα[3], ο Μωραϊτίδης συνέθεσε την Ακολουθία της Ευρέσεως της Παναγίας της Εικονιστρίας, με σκοπό να ψάλλεται κατά τα μεθέορτα των Εισοδίων. Ωστόσο, ο παπα-Γιώργης Ρήγας εισηγήθηκε την καθιέρωση του εορτασμού αυτού το καλοκαίρι. Ο λόγος ήταν καθαρά ποιμαντικός. Επειδή εκείνη την εποχή οι Σκιαθίτες ήταν ναυτικοί ως επί το πλείστον, και τη διάρκεια του χειμώνα έλειπαν σε υπερπόντια ταξίδια, καθιερώθηκε ένας δεύτερος εορτασμός της Πολιούχου, αυτός της Ευρέσεως, ώστε να συμμετέχουν και οι ναυτικοί σε αυτή. Με την ευλογία του τότε Μητροπολίτου Χαλκίδος Γρηγορίου Πλειαθού, καθιερώθηκε να εορτάζεται ως κινητή εορτή, την πρώτη Κυριακή μετά την 1η Ιουλίου.
Η Ακολουθία της Ευρέσεως έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με αυτή των Εισοδίων, ως προς την προτίμηση των ήχων και των προσομοίων στιχηρών που χρησιμοποιεί ο Μωραϊτίδης ως πηγές. Άλλοτε πάλι μεταπλάθει γνωστά ιδιόμελα του Εορτολογίου, γνωστά στο φιλακόλουθο λαό της Σκιάθου, τα οποία νοηματοδοτεί εκ νέου. Αξίζει να αναφέρουμε εδώ το πρώτο ιδιόμελο της Λιτής, σε ήχο α΄, το οποίο βασίζεται εξ ολοκλήρου στο πρώτο ιδιόμελο της λιτής της Εορτής των Γενεθλίων του Προδρόμου, στις 24 Ιουνίου.










Βλέπουμε πως ο Μωραϊτίδης μεταπλάθει το προοίμιο του ύμνου, όπου το φυσικό περιβάλλον μετέχει της δοξολογίας του θεού για την γέννηση του Τιμίου Προδρόμου, μεταφέροντας τον πιστό στο φυσικό περιβάλλον της Σκιάθου, το οποίο και αυτό εξυμνεί και δοξολογεί τον Θεό, για την μεγάλη ευλογία που επιδαψίλευσε στο λαό Του, να δεχθεί την αχειροποίητη Εικόνα της Θεοτόκου στους κόλπους του, και με αναμμένες λαμπάδες, της ψυχής και του σώματος, να την μεταφέρει και να την εισοδεύει στο ησυχαστήριο του Γέροντος Συμεών, όπως και ο χορός των παρθένων την Αειπάρθενο στα Άγια των Αγίων. Με δεινή χρήση του λόγου ο Μωραϊτίδης συνδέει σε μια στροφή του ύμνου Αγία Γραφή, Παράδοση της Εκκλησίας, υμνογραφία  και ιστορική πραγματικότητα ως βίωμα της αληθείας από την τοπική εκκλησιαστική κοινότητα της Σκιάθου.
Η Σκιάθος οφείλει πολλά στον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, τον Ασκητή της Νεοελληνικής Γραμματείας, όπως και στον ομότεχνό του Άγιο των Γραμμάτων Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.




Κωνσταντίνου Κουτούμπας

  Θεολόγος-Καθηγητής Βυζ. Μουσικής-Εικονογράφος






[1] . Βλ. εκτενώς, Κων. Κουτούμπα, Η λειτουργική παράδοση στο έργο του Αλ. Μωραϊτίδη (αδημ).
[2] . Παναγία ἡ Κουνίστρια, ἐκδ. «Ἀποστολικὴ Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος», Ἀθήνα 72000, σ. 31.
[3] Οπ. π., σ. 7.