Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

Εἰς μνήμην...


Κωνσταντῖνος Ἰωάννου Κουτούμπας (1894-1983)

Το 1967, σε ηλικία 71 ετών.


Ο Κωνσταντίνος Ιωάννου Κουτούμπας, πρωτοψάλτης, μουσικοδιδάσκαλος και συγγραφέας Βυζαντινής Εκκλησιαστικής Μουσικής,  γεννήθηκε στον Άγιο Βλάσιο του Πηλίου το 1894. Ορφανός από πατέρα, μεγάλωσε κοντά στον παππού του Κωνσταντίνο Αποστόλου, ο οποίος κάθε Κυριακή τον συνόδευε στην Εκκλησία, βάζοντάς τον να κάθεται στο παράθυρο του Ναού, από όπου ηκροάτο  τα ψαλλόμενα και προσπαθούσε να ψάλλει. Οι ψάλτες αντιλήφθηκαν πολύ νωρίς τον ένθεο ζήλο του και σε ηλικία πέντε ετών τον ανέβασαν στο αναλόγιο. Ψάλτες τότε στον Άγιο Βλάσιο ήταν οι Βλάσιος Αρκουδογιάννης και …..Κατσιρέλος, δεινοί εκτελεστές και μουσικοί, ψάλλοντες παλαιά μέλη από διφθέρας. Ο…Κατσιρέλος όπως και άλλοι μουσικοί του Πηλίου είχε μαθητεύσει στην πατριαρχική σχολή της Κωνσταντινουπόλεως. Κοντά στον Κατσιρέλο έμεινε για τρία χρόνια. Με πρώτο δάσκαλο τον Αθανάσιο Χρυσοχοΐδη, μαθητή του Κ. Ψάχου και επιστήμονα μουσικό, σε ηλικία 10 ετών δημιούργησε μικτούς χορούς 30 ατόμων που  έψαλαν τα εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής και άλλα μουσικά μέλη, γνωρίζοντας το θαυμασμό και τον έπαινο όλης της κοινότητας. Λόγω του ότι δεν είχε χρήματα ώστε να προμηθεύεται μουσικά βιβλία άρχισε να αντιγράφει τα βιβλία των δασκάλων του. Γρήγορα απέκτησε τέτοια ευχέρεια ως προς την πλοκή των χαρακτήρων και του μέλους, ώστε να μπορεί να διαβάζει μέλη τα οποία δεν είχε διδαχθεί ακόμη. 
Μαζί με τον Δημήτριο Δημητριάδη, γραμματέα της κοινότητας Καραμπασίου, που μαθήτευε κοντά στον Δημήτριο Μαστορογιάννη, μελετούσαν και σε διάστημα 3 μηνών είχαν περατώσει τη μελέτη του Αναστασιματαρίου, του Δοξασταρίου του Βιολάκη και των Δυο Νέων Μελισσών  του Κυριαζίδου, βιβλία τα οποία είχαν φέρει από την πόλη οι δάσκαλοί τους.
Ως έφηβος άρχισε να δουλεύει σε βαρελοποιείο στην Αγριά, ενώ τις Κυριακές κατέβαινε στο Βόλο και άκουγε τους πρωτοψάλτες Γεωρ. Ψυχούλη, μαθητή του Ραιδεστινού, Δημ. Φιλίππου, συμμαθητή Κων. Ψάχου,  Χρ. Μαχαιρίτσα και Κων. Γαρουφαλιά.

Για μικρό διάστημα πριν τη στρατιωτική του θητεία έψαλε στη Δράκεια, και μαθήτευε κοντά στους Νικόλαο Καμινάρη, Ευθύμιο Κόκκινο, μαθητή Γεωργίου Τζάβελλου, ο οποίος υπήρξε και αυτός μαθητής της πατριαρχικής σχολής. Μέχρι του 1922 δεν είχε αναλάβει αναλόγιο καθώς λόγω της μικρασιατικής εκστρατείας επιστρατεύτηκε μετά την θητεία του άλλες τέσσερεις φορές. Στη Σμύρνη γνωρίστηκε με τον Πρωτοψάλτη Νικόλαο. Μετά την επάνοδό του στο Βόλο διορίστηκε ψάλτης αρχικά στα Λεχώνια και την Αγριά, ενώ μετά το γάμο του το 1925 μεταφέρθηκε στο Βόλο. Παρά την επιθυμία του Κωνσταντίνου Γαρουφαλιά να τον διαδεχθεί αυτό δεν κατέστη δυνατό. Διορίστηκε πρωτοψάλτης στον Άγιο Κωνσταντίνο και το 1928 μετατέθηκε από τον Μητροπολίτη Δημητριάδος Γερμανό στους Αγίους Θεοδώρους, για να μετατεθεί ξανά κατόπιν παρακλήσεων του εκκλησιαστικού συμβουλίου στο Ναό της Αναλήψεως το 1931. Ως πρωτοψάλτης της Αναλήψεως ορκίστηκε να μη μετατεθεί ξανά σε άλλο Ναό, και απέρριψε άλλες προτάσεις, ακόμη και πρόταση για διορισμό στην Αγία Σοφία Θεσσαλονίκης, με 7ετές συμβόλαιο, που του εξασφάλιζε 10.000 δρ. μισθό και πληρωμένα τα έξοδα διαμονής. Τον Φεβρουάριο του 1941 λόγω του  Ελληνοϊταλικού πολέμου κατέφυγε με την οικογένειά του σε συγγενείς της συζύγου του στη Σκιάθο, όπου έψαλε ως δεξιός ψάλτης στο Μητροπολιτικό Ναό των Τριών Ιεραρχών για τέσσερις μήνες.  Στο Ναό της Αναλήψεως του Χριστού υπηρέτησε συνολικά τριάντα χρόνια, μέχρι τον Μάρτιο του 1961, όταν παραιτήθηκε σε ηλικία 67 ετών. 

Το 1979 σε ηλικία 85 ετών.

Γνήσιο τέκνο της μουσικής παραδόσεως της Μαγνησίας, από την οποία, όπως σημειώνει ο ίδιος, διεσπάρη η  εκκλησιαστική μουσική παράδοση της σχολής του Οικουμενικού Πατριαρχείου από το 1830 στην υπόλοιπη Ελλάδα, υπήρξε δεινός εκτελεστής και ερμηνευτής των παλαιών μελών. Γνώριζε από στήθους τα παλαιά μαθήματα των μεγάλων διδασκάλων, είχε αποκτήσει μεγάλη συγγραφική δεινότητα, συνθέτοντας ο ίδιος εξαρχής νέα μέλη, επί τη βάσει κλασσικών γραμμών και συνθέσεων και καταγράφοντας πρωτότυπους ύμνους που άκουγε από άλλους εκτελεστές. Όταν ο Κων. Πρίγγος, προσκεκλημένος στο Βόλο, έψαλε το Δοξαστικό του Εσπερινού, βρέθηκε προ εκπλήξεως, όταν την επόμενη μέρα του το ενεχείρησε γραμμένο όπως ακριβώς το απέδωσε, εκφράζοντας το θαυμασμό του.  Γνώριζε ακόμη την παλαιά παρασημαντική. Έδινε μεγάλη σημασία στην μετά ταπεινώσεως και συντριβής ψαλμωδία καθώς και στην ευκρινή και κατά νόημα απόδοση των ψαλλομένων. Κοιμήθηκε εν Κυρίῳ το 1983. 

Σημείωση μαζί με την υπογραφή του σε ένα βιβλίο του.

Με τη σύζυγό του Ελένη Κατσίκα, κόρης του γνωστού σκιαθίτη ξυλουργού Ευσταθίου Κατσίκα, ο οποίος φιλοτέχνησε μεταξύ άλλων τα βημόθυρα του Ναού των Τριών Ιεραρχών Σκιάθου, προσκυνητάρια στους δύο ενοριακούς Ναούς του  νησιού, αλλά και την ξύλινη αμαξοστοιχία του τραίνου που συνέδεε το Βόλο με τις Μηλιές του Πηλίου, απέκτησε τρία παιδιά, τον Ευστάθιο, την Έλλη και τον Ιωάννη. Λόγω των δύσκολων συνθηκών ζωής που υπέστησαν μετά το σεισμό του 1955 και τις πλημμύρες που ακολούθησαν, όπου έχασαν το σπίτι τους, οι δυο γιοί  του αναγκάστηκαν να φύγουν για να εργαστούν ως ναυτικοί στο Εμπορικό Ναυτικό και δεν συνέχισαν τη μουσική παράδοση της οικογένειας στο Βόλο. Ψάλλουν όμως στη Σκιάθο, όπου και οι δύο έχουν παντρευτεί και διαμένουν, ο θείος μου Ευστάθιος Κουτούμπας στην Παναγία τη Λημνιά αρχικά και στη Μονή του Ευαγγελισμού τα τελευταία χρόνια, κοντά στον οποίο μαθήτευσα και από τον οποίο απέκτησα το ζήλο για τη βυζαντινή μουσική, ολοκληρώνοντας τις σπουδές μου στη Θεσσαλονίκη, κοντά στον μακαριστό Δημήτριο Σουρλατζή, άρχοντα μουσικοδιδάσκαλο του οικουμενικού Πατριαρχείου, ενώ ο πατέρας μου Ιωάννης Κουτούμπας στο Ναό των Τριών Ιεραρχών εδώ και είκοσι χρόνια, μαζί με τον οποίο θείᾳ ευδοκίᾳ ψάλλουμε σήμερα, συνεχίζοντας την παράδοση της οικογένειας.

ο εγγονός, Κωνσταντίνος Ι. Κουτούμπας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου