Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

‘’Οἱ ἤχοι τῶν ὕμνων τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος στὴν πορεία πρὸς τὸ Πάθος καὶ τὴν Ἀνάσταση[1]’’

Βρισκόμαστε στην τελευταία εβδομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, και μαζί με τον Νυμφίο Χριστό, προ των πυλών της Αγίας Πόλεως. Ακούμε ήδη το προανάκρουσμα των ‘’Ὡσαννὰ τῷ Υἱῷ Δαυίδ’’ αλλά και των ‘’Σταυρωθήτω’’. Ο αέρας αποπνέει τα πλέον περιπαθή αρώματα της άνοιξης και της υπαίθρου, η οποία στολίζεται να υποδεχθεί τον Παθόντα Δημιουργό της. Και η Εκκλησία, θα κοσμηθεί και αυτή όχι μόνο με άνθη, αλλά και με τους πλέον ηδύμολπους και γλυκύφθογγους ύμνους, ώστε να οδηγήσει καθέναν από εμάς και όλους μαζί να εορτάσουμε το Πάσχα, κατ᾿ επίγνωσιν, μυσταγωγούμενοι, ψυχές καθαρές μετανοούντων.
Σεβαστοί πατέρες, κυρίες και κύριοι, αγαπητοί συνδαιτυμόνες των διηγημάτων των δύο Αλεξάνδρων,
Η παρουσίασή μου έχει τον τίτλο, ‘’Οἱ ἤχοι τῶν ὕμνων τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος στὴν πορεία πρὸς τὸ Πάθος καὶ τὴν Ἀνάσταση’’. Σκοπός της παρουσίασης αυτής είναι να καταδειχθεί η δύναμη της εκκλησιαστικής μας μουσικής, η οποία ως θεραπαινίδα υπηρετεί τον λόγο των ύμνων (δηλαδή το νοηματικό τους περιεχόμενο) αλλά και το Λόγο, δηλαδή το Αποκαλυπτικό μήνυμα της παρουσίας του Θεού στον κόσμο και της σωτηρίας του ανθρώπου, μέσα από τα Πάθη και την Ανάστασή Του.
Ο Άρχων Πρωτοψάλτης της Μ. Χ. Ε. Λεωνίδας Αστέρης σε πρόσφατη συνέντευξή του στην εκπομπή «Αρχονταρίκι» μιλώντας για την διάκριση πεζού λόγου και μελωδίας είπε χαρακτηριστικά πως ‘‘Ο πεζός λόγος αγγίζει ορισμένα στρώματα του εγκεφάλου’’ και του νου. Και αυτό γίνεται σε τέτοιο βαθμό ώστε ο ομιλών να κερδίσει το ακροατήριο ως ένα βαθμό ή να το πείσει ότι έχει δίκιο. Όταν όμως ‘‘στα νοήματα του λόγου συμμετάσχει η μουσική, τότε οξύνεται ο κάλαμος, και πάει βαθύτερα. Αγγίζει στρώματα ψυχής’’. Και απαντώντας στο ερώτημα πώς αυτό επιτυγχάνεται είπε: ‘‘…Όταν παραδείγματος χάριν έχετε ξεχάσει ένα τραγούδι, έχετε λησμονήσει τα λόγια του, πώς το βρίσκετε; Διά της μουσικής. Μουρμουρίζετε τη μουσική και τα λόγια ανασύρονται στην επιφάνεια. Άρα η μουσική βρίσκεται σε βαθύτερα στρώματα και το γεγονός αυτό το εκμεταλλεύεται και η Εκκλησία και η θύραθεν μουσική, και  αυτό το θέατρο ακόμη’’.
Πράγματι. Στον προχριστιανικό ελληνισμό, η μουσική θεωρούνταν αναπόσπαστο τμήμα της ευρύτερης εγκύκλιας παιδείας και πνευματικής καλλιέργειας. Ο Πλάτωνας την τοποθετεί πρώτη σε σπουδαιότητα και από αυτή ακόμη την γυμναστική, ενώ σε πραγματεία του αναφέρει πως πιθανή αλλαγή στον τρόπο μουσικής έκφρασης ενός συνόλου ανθρώπων ή μιας πόλης, μπορεί να διασαλεύσει και αυτή την ίδια τη ζωή[1]. Μάλιστα για τον εκφαυλισμό της μουσικής την εποχή του Πλάτωνα ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης αναφέρει ότι ‘‘ἐπὶ τῶν χρόνων τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου ὅλοι ἐνεωτέριζον ἐν Ἀθήναις περὶ τὴν μουσικήν, καὶ ἀνεζήτουν ἐν τῷ νεωτερισμῷ πλουσιώτερα καὶ τελειότερα κατ᾿ αὐτοὺς μέλη, καταδικάζοντες τὰ παλαιὰ ὡς ἁπλᾶ καὶ εὐτελῆ.
Ἀλλ᾿ ὁ δαιμόνιος Πλάτων ᾤκτειρε τὴν τοιαύτην τάσιν τῶν συγχρόνων του, καὶ διαφθορὰν καὶ ἐκφαυλισμὸν τῆς μουσικῆς μεγαλοφώνως ἐκήρυττε τὸν τοιοῦτον νεωτερισμόν’’[2].
Με την διάδοση του μηνύματος του Ευαγγελίου η προγενέστερη μουσική παράδοση πλαισίωσε και τη λατρεία του Χριστού, η οποία από τη Συναγωγή και τη Λατρευτική παράδοση του ναού των Ιεροσολύμων, σταδιακά αποκόπτεται και αυτονομείται.  Βέβαια οι χριστιανοί συγγραφείς και πατέρες αντιμετωπίζουν με κριτικό πνεύμα την αρχαιοελληνική εκδοχή της μουσικής. Έτσι προσλαμβάνουν με διάκριση στοιχεία από την αρχαιοελληνική μουσική και  την ανασυνθέτουν δημιουργικά[3]. Στην αρχαία μουσική ο ρυθμός του μέλους και το μέτρο καθορίζει το ίδιο το ποίημα που έχει δευτερεύουσα σημασία. Αντίθετα, στο χριστιανικό μέλος τα κείμενα προϋπάρχουν ήδη (Ψαλμοί Παλαιάς Διαθήκης, λόγια Αγίας Γραφής) και σε αυτά προσαρμόζονται ο ρυθμός και το μέτρο[4]. Είναι γνωστή η αντίδραση του Αββά Παμβώ στον μαθητή του που έψαλλε αντί να διαβάζει τις Ωδές του Ψαλτηρίου, μαρτυρία την οποία διασώζει η ασκητική γραμματεία τον τέταρτο αιώνα[5].  Ωστόσο, ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, πρώτος αυτός αιτιολογεί τη χρήση της μουσικής από την Εκκλησία. Όπως ακριβώς το πικρό και δυσάρεστο στη γεύση φάρμακο αναμιγνύεται με ουσίες που ευφραίνουν και γλυκαίνουν την αίσθηση, έτσι και η μουσική υπηρετεί τα νοήματα των Γραφών και συμβάλλει στην αφομοίωσή τους από τον πιστό, κάνοντάς τα εύληπτα και ευχάριστα, ενώ σε δεύτερο επίπεδο αποκρύπτει τη θεία αλήθεια, το μυστήριο, από τον αμύητο[6].
Με βάση τις ίδιες αρχές (τη μετακύλιση ενδιαφέροντος από το είδος των φθόγγων-συλλαβών στο περιεχόμενο των εννοιών, τη διερμηνεία του πνευματικού νοήματος αλλά και τη διασφάλιση των αληθειών της πίστεως) προστίθενται σταδιακά νέες συνθέσεις ύμνων και ασμάτων, τα τροπάρια, έως τον 8ο αιώνα, οπότε ο μοναχισμός επηρέασε καθοριστικά τη λατρεία, με την δημιουργική συγγραφική έκρηξη που προήλθε ως απάντηση στην Εικονομαχία. Επέδρασε δυναμικά στην εκκλησιαστική ποίηση και  μουσική με τον εμπλουτισμό τους από νέες ομάδες τροπαρίων, κυρίως τους Κανόνες και τα Ιδιόμελα[7].
Κύριος εκφραστής αυτής της προσπάθειας, ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο οποίος τον 8ο αιώνα διαμόρφωσε και δημιούργησε την Εκκλησιαστική Βυζαντινή Μουσική, («εσωτερική Βυζαντινή Μουσική», ώστε να διαχωριστεί από την κοσμική «εξωτερική μουσική»)[8], για τις ανάγκες της θείας Λατρείας, καθιερώνοντας πρώτος αυτός το Σύστημα της Οκταηχίας.
Στο σύστημα των οκτώ ήχων ή της Οκταηχίας διανέμεται όλη η  ποικιλία των μουσικών τρόπων της μουσικής μας παράδοσης.
Επιγραμματικά, θα επιχειρήσουμε μια απλή αναφορά στους οκτώ ήχους, προτού δούμε τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται οι ήχοι αυτοί στους ύμνους και την δομή των Ακολουθιών της Μεγάλης Εβδομάδος, και μας βοηθούν να βιώσουμε τα Πάθη και την Ανάσταση του Χριστού.
Οι οκτώ ήχοι λοιπόν, κατανέμονται σε δύο μεγάλες ομάδες. Στους κύριους και στους πλάγιους. Οι πλάγιοι έχουν άμεση σχέση με τους αντιστοίχους τέσσερις ‘‘ορθούς’’ ήχους, θα λέγαμε ότι ‘‘πλαγιάζουν’’ ως προς αυτούς, όπως δύο μονοπάτια που οδηγούν στον ίδιο προορισμό, όμως από άλλη διαδρομή.
Οι ήχοι αριθμούνται με βάση την ελληνική συμβολική των αριθμών, άρα, όπου άλφα ο Πρώτος ήχος, όπου βήτα ο Δεύτερος και εξής έως τον Τέταρτο ήχο. Σε ζεύγη τοποθετούνται οι αντιστοιχίες τους με τους πλαγίους ήχους, οι οποίοι επειδή ακριβώς πλαγιάζουν ονομάζονται πλάγιος ΤΟΥ πρώτου (και όχι πλάγιος πρώτος), πλάγιος ΤΟΥ δευτέρου, βαρύς (στη θέση του πλαγίου του Τρίτου), και πλάγιος του Τετάρτου.
Προκύπτουν τέσσερα ζεύγη ήχων. Αυτά πάλι με τη σειρά τους, κατανέμονται σε τρεις μεγάλες οικογένειες, σε τρία ΓΕΝΗ, με βάση κάποια κοινά χαρακτηριστικά, που αφορούν στην εναλλαγή των φωνητικών διαστημάτων μεταξύ τους.
Το Διατονικό Γένος, που περιλαμβάνει τέσσερις ήχους, και χαρακτηρίζεται εκ της διαδοχικής από τόνο σε τόνο ανάβαση και κατάβαση,
Το Χρωματικό Γένος, που ονομάζεται έτσι λόγῳ του ιδιαίτερου χρώματος που αποδίδει στη μελωδία, και των έντονων παθών που εκφράζει, μέσω μικρότερων ή μεγαλυτέρων των φυσικών τόνων διαστημάτων,
Και το Εναρμόνιο Γένος, το οποίο ενώ κατά βάσιν κινείται με το διατονικό γένος, καθώς εναρμονίζει το δυσαρμονικό διάστημα ΓΑ-ΖΩ το μέλος αποκτά ιδιαίτερη χάρη και αρχοντιά.
Επιπροσθέτως, παραθέτουμε τις ομάδες στις οποίες διαιρούνται όλοι οι εκκλησιαστικοί ύμνοι,  με βάση το ρυθμό και τη μελωδία:
Σε  Σύντομο ἢ Εἱρμολογικὸ Μέλος: (Κανόνες, Εἱρμοί,
                                                           Καθίσματα, Ἀπολυτίκια,
                                                           Κοντάκια καὶ λοιπὰ 
                                                           Προσόμοια)
Σε Ἀργοσύντομο ἢ Στιχηραρικὸ Μέλος: (Ἰδιόμελα, Δοξαστικὰ κλπ)
Σε Ἀργὸν ἢ Παπαδικὸν Μέλος: (Χερουβικά, Κοινωνικὰ καὶ ὅλα
                                                    τὰ ἀργὰ μαθήματα).
Οι οκτώ ήχοι ανάλογα με είδος στο οποίο ανήκει ένας ύμνος (σύντομο, αργοσύντομο, αργό), αποκτούν όπως θα δούμε και εσωτερική ποιοτική διαφοροποίηση.
Η Μεγάλη Εβδομάδα παρουσιάζει την μεγαλύτερη ποικιλία συνθέσεων, ύμνων και μελών ενώ παρελαύνουν όλοι οι ήχοι προκειμένου να αποδοθεί το βαθύ περιεχόμενο των ημερών αυτών[9]. Στην ανάλυση που ακολουθεί επιλέξαμε κυρίως δύο ομάδες τροπαρίων, τα Ιδιόμελα, που ανήκουν σε αργοσύντομο ή στιχηραρικό μέλος και τα τροπάρια των Κανόνων που ανήκουν στο σύντομο ή ειρμολογικό μέλος, εξετάζοντας συγκεκριμένους ύμνους, μέσα από τους οποίους θεωρούμε ότι γίνεται εμφανής η μουσική διαβάθμιση των ημερών της Μεγάλης Εβδομάδος, που ακολουθεί και εξυπηρετεί το βαθύ πνευματικό και θεολογικό περιεχόμενό τους.
Την Κυριακή των Βαΐων το βράδυ, ψάλλεται ο Όρθρος της Μεγάλης Δευτέρας. Ο Νυμφίος Χριστός μετά την θριαμβευτική είσοδό του στα Ιεροσόλυμα αναγγέλλει στους μαθητές του το Πάθος του που πλησιάζει. Παράλληλα νοηματοδοτούν την ημέρα η ευαγγελική περικοπή της ξηρανθείσης ακάρπου συκής, η οποία συμβολίζει τους Φαρισαίους αλλά και τον κάθε πνευματικά άκαρπο άνθρωπο, αλλά και η ανάμνηση του δικαίου Ιωσήφ, που προτίμησε να δραπετεύσει γυμνός παρά να πέσει στην αγκαλιά της αμαρτωλής γυναίκας του Πετεφρή[10]. Οι κακουχίες και τα πάθη του Δικαίου Ιωσήφ αποτελούν κατά τον Παπαδιαμάντη προτύπωση των Παθών του Κυρίου. Το ιδιόμελο Ἐρχόμενος ὁ Κύριος σε ήχο α΄, που ψάλλεται σε αρκετά υψηλή βάση, δημιουργεί παρακλητικό και συνάμα κατανυκτικό κλίμα και γίνεται προσκλητήριο προς τους μαθητές αλλά και κάθε πιστό, να καθαρίσει με την μετάνοια και την εξομολόγηση τον εαυτό του, ώστε να έχει πνευματική εγρήγορση προκειμένου να συμπορευθεί με τον Πάσχοντα Αμνό του Θεού. Στο ίδιο πλαίσιο ανταπαντά το Ιδιόμελο Φθάσαντες πιστοί σε πλ. α΄, δίδοντας το αίσθημα της χαρμολύπης αλλά και της δοξολογικής ευχαριστίας που μας αξίωσε να προσεγγίσουμε τις Άγιες ημέρες του Πάθους Του.
          Την Μεγάλη Δευτέρα το βράδυ ψάλλεται ο Όρθρος της Μεγάλης Τρίτης, και η Εκκλησία θυμάται  την παραβολή των 10 παρθένων, τη στιγμή που οι Φαρισαίοι προσπαθούν να καταφερθούν εναντίον του Διδασκάλου και να παγιδεύσουν τον Σωτήρα ώστε να Τον οδηγήσουν σε δίκη. Το πρώτο ιδιόμελο Ἐν ταῖς Λαμπρότησι, ψάλλεται σε α΄ ήχο ενώ παρενθετικά ολόκληρες φράσεις εκπίπτουν σε Δεύτερο ήχο, και έτσι ενισχύεται ο παρακλητικός τόνος σε αυτό[11]. Η ραθυμία, η οκνηρία των πέντε μωρών παρθένων, και η ανάγκη για εγρήγορση[12], νήψη, και καταφυγή στο έλεος του Θεού προβάλλονται στον ύμνο αυτό που εξυπηρετείται από την ελεύθερη κίνηση του εισαχθέντος δευτέρου ήχου.
Το ιδιόμελο, Ὁ τῇ ψυχῆς ῥαθυμίᾳ, κινείται εξ ολοκλήρου στον παρακλητικό β΄ ήχο, εκφράζοντας θερμή ικεσία στον Νυμφίο Χριστό να μην επιτρέψει την ύπνωση που ακολουθεί την τεμπελιά και τη ραθυμία, αλλά να διατηρήσει αναμμένη την πνευματική μας λαμπάδα που ακολουθεί τις αρετές και την αύξηση των πνευματικών χαρισμάτων (των ταλάντων), ώστε να συμμετάσχουμε στην χαρά του Νυμφώνα και της Αναστάσεως Του.
Η μετάνοια της πόρνης γυναίκας που άλειψε με μύρο τα πόδια του Ιησού, διαποτίζει όλους τους ύμνους του Όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης Εσπέρας, και κορυφώνεται με επίταση στο Τροπάριο της Κασσιανής μοναχής[13]. Αντίστροφη κίνηση στη μετάνοια της πόρνης, η οργή των Φαρισαίων αλλά και του αχάριστου μαθητή Ιούδα, που μεθοδεύει την προδοσία Του.  ‘‘Πόσον αἱ δύο πράξεις, ἡ τῆς πόρνης καὶ ἡ τοῦ Ἰούδα, ἀντιθέτως κεῖνται ἀλλήλαις!’’...‘‘Κάλλιστα τῆς ἑσπέρας ταύτης τὰ τροπάρια· ἐν αὐτοῖς ἡ ἁμαρτωλὸς θαυμάζεται καὶ ἐπαινεῖται, ὁ δὲ Ἰούδας κατακρίνεται δι᾿ ἐκφράσεων ἀνταξίων τῆς προδοσίας, πρὸς διόρθωσιν τῶν ἁμαρτωλῶν’’[14].   
Τα δύο πρώτα ιδιόμελα των αίνων Σὲ τὸν τῆς Παρθένου και Τὸ πολύτιμον μῦρον ‘ψαλλόμενα εἰς τρυφερώτατον ἤχον’’[15], τον α΄, εκφράζουν εμφαντικά το βάθος της μετανοίας της αμαρτωλής γυναίκας, γεγονός που τονίζεται με παρένθετα τμήματα σε χρωματικό Δεύτερο και πλάγιο του Δευτέρου, κατά τη ροή τους, και την ικεσία να παράσχει ο Σωτήρας την άφεση σε κάθε ένα από εμάς.
Τα Απόστιχα τροπάρια της ίδιας ακολουθίας κορυφώνουν την ένταση με τον σκληρό χρωματικό πλάγιο του Δευτέρου ήχο, καθώς ομολογούν το παράδοξο φαινόμενο η βεβυθισμένη τῇ ἁμαρτίᾳ γυναίκα να είναι η μόνη που αναγνωρίζει την Θεότητα του Χριστού και εμπιστεύεται το ράκος του εαυτού της στην άκρα αγαθότητα και το έλεος του Θεού ( Μ. Τρίτη Εσπέρας, Σήμερον ὁ Χριστός)[16].
Ο Όρθρος της Μ. Πέμπτης και οι Ακολουθίες των επομένων ημερών εμπλουτίζονται σταδιακά με ιδιόμελα στους χρωματικούς ήχους που επικρατούν στους Αίνους και προβάλλουν, τον φόβο, την αγωνία, τη φρίκη για τα γεγονότα που θα ακολουθήσουν.  Τέσσερα γεγονότα μας παρέδωσαν κατά τον Συναξαριστή οι πατέρες να εορτάζουμε την ημέρα αυτή: Τον ιερό νιπτήρα, το Μυστικό Δείπνο, Την Υπερφυά Προσευχή του Χριστού και την Προδοσία του Ιούδα[17].
Το ιδιόμελο Συντρέχει λοιπόν, σε β΄ ήχο, συγκλονίζει με τον τρόπο με τον οποίο μαρτυρεί την ντροπή και την αχαριστία των Ιουδαίων απέναντι στον Δημιουργό και κτίστη των απάντων. 
Η νοηματική κορύφωση των τροπαρίων των Αίνων και η πνευματική φόρτιση που προκαλούν αμβλύνεται με την ομάδα των Αποστίχων, σε διατονικό πλ δ’, που απαλύνει και ηρεμεί την οδύνη του πιστού μπροστά στη φρίκη της προδοσίας.  Ωστόσο το Δοξαστικό Ιδιόμελο Μυσταγωγών σου Κύριε, σε ήχο θρηνητικό αλλά συνάμα και χαρμόσυνο πλ. α΄, εκτινάσσει εκ νέου το νου των πιστών, δημιουργώντας παράλληλα διεκφυγή της έντασης στο προανάκρουσμα της Ανάστασης. Η φιλία, η αγάπη, η ταπείνωση, η διακονία, η γεύση του Σώματος και του αίματος Του Χριστού, νικά κάθε φόβο, ακόμη και αυτό του πάθους και του θανάτου[18].
Η Ακολουθία των Αχράντων Παθών του Κυρίου ‘‘διακρινομένη καθ᾿ ὅλα ἀπὸ τῆς τῶν παρελθουσῶν ἡμερῶν’’[19], αποτελεί την πιο πολυσύνθετη σε δομή και εναλλαγή ήχων ακολουθία της Μεγάλης Εβδομάδος. Καθίσματα, ιδιόμελα και 14 αντίφωνα πλαισιώνουν  τις 12 ευαγγελικές περικοπές που αναφέρονται στο πάθος του Χριστού. Ο Εκτενής κανόνας, οι Μακαρισμοί, και τα υπόλοιπα ιδιόμελα των Αίνων και των Αποστίχων, συνθέτουν ένα πολύχρωμο υφαντό που μυσταγωγεί τον πιστό στα πάθη του Χριστού αλλά και αναπαύει την ψυχή από την αδυναμία της να αντιληφθεί το μέγεθος της Θυσίας και της Απέραντης ταπείνωσής Του[20].
Το ιδιόμελο Δύο καὶ πονηρά, σε γ΄ ήχο, απαριθμεί με απαράμιλλο τρόπο και απλότητα όλα τα Πάθη του Θεανθρώπου σε τέσσερις μόλις γραμμές[21]. Οι Χρωματικοί ήχοι κατέχουν εξέχουσα θέση με χαρακτηριστικά θρηνητικά μέλη, όπως το Σήμερον κρεμᾶται[22] και το Ἐξέδυσάν με[23], στον περιπαθή κατά τον Παπαδιαμάντη πλ. β΄. Οι ύμνοι αυτοί οδηγούν στην κορύφωση του Θείου Δράματος. Ωστόσο πολύ σοφά η Τάξις της Ακολουθίας προβλέπει μετά το πρώτο,  Κανόνα εις ήχον πλ. β’ ειρμολογικόν, ο οποίος έχει απεκδυθεί το βαρύ χιτώνα του σκληρού χρωματικού του, ενώ μετά το δεύτερο ακολουθούν τα Απόστιχα σε α΄ και β΄ ήχο αλλά και ο διατονικός πλ δ’ των δύο δοξαστικών των Αποστίχων που αποσυμπιέζουν την ένταση.
Η Μεγαλοπρεπής Ακολουθία των Μεγάλων Ωρών, και του Εσπερινού, που προηγείται της Αποκαθήλωσης και του Επιταφίου, διανθίζεται και αυτή από ιδιόμελα όπως και η Ακολουθία των Παθών. Παρελαύνουν όλοι οι  ήχοι όπου και πάλι συναντούμε διαρκείς μεταπτώσεις, πότε σε χρωματικούς και πότε σε διατονικούς ή και εναρμονίους ήχους. Στον Εσπερινό επαναλαμβάνονται τα ιδιόμελα των Αποστίχων της Ακολουθίας των Παθών. Από αυτά, το Πᾶσα ἡ κτίσις, σε α΄ ήχο, προβάλλει το αίσθημα του φόβου και του αποτροπιασμού της ίδιας της δημιουργίας μπροστά στο στυγερό έγκλημα της Σταυρώσεως του Κυρίου. Ακολούθως, ο Δεύτερος ήχος προβάλλει με επίταση τον θρήνο της Παναγίας, (Ἐπί ξύλου βλέπουσα) η οποία βλέπει τον Μονογενή της να πάσχει επί του ξύλου. Ο Παπαδιαμάντης ομολογεί ότι ‘‘Δὲν ἠδυνάμεθα νὰ περιγράψωμεν τὴν σήμερον ἡμέραν καλύτερον τῶν ἀνωτέρω ἐκκλησιαστικῶν ᾀσμάτων τῆς σήμερον’’[24]. Η κορύφωση του Χρωματικού γένους κατά τα ‘‘ἀμιμήτου κάλλους’’ προσόμοια ‘‘τροπάρια, ὅτε λιτανεύεται ὁ Ἐπιτάφιος’’[25], επιστεγάζεται με το Δοξαστικό των Αποστίχων Σὲ τὸν ἀναβαλλόμενον σε ήχο πλ. α΄, που αποφορτίζει την ατμόσφαιρα της θρηνητικής συμπαθείας από την πένθιμη ένταση, με την υφολογική μετάπτωση στον δοξολογικό διατονικό ήχο που αποτελεί προοίμιο της αναστάσιμης ευφροσύνης[26].
 Το Χρωματικό γένος παρατείνεται έως το Μέγα Σάββατο, με τα ιδιόμελα των Αίνων σε Δεύτερο ήχο να αναφέρονται στο ακατάληπτο θέαμα η Ζωή των απάντων να απολαμβάνει ανθρώπινη ταφή. (Τὶ τὸ ὁρώμενον θέαμα). Το Δοξαστικό των Αίνων, σε πλ. β΄ κάνει λόγο για το Χριστό ο οποίος ‘’σαββατίζει τῇ σαρκί’’. Όπως η νομική λατρεία εόρταζε τα Σάββατα την ανάπαυση του Θεού μετά τη δημιουργία έτσι και η Εκκλησία εορτάζει ‘‘τὴν ἐν τῷ τάφῳ Ἀνάπαυσιν τοῦ Σωτήρος καὶ Λυτρωτοῦ’’[27]. Την κορύφωση των χρωματικών ήχων τελματώνει το εξόδιο Άσμα του Επιταφίου σε ήχο πλ. α΄, ‘‘Τὸν ἥλιον Κρύψαντα’’. ‘‘Ἰδού!,’’ Σημειώνει ο Μωραϊτίδης, ‘‘ἀκούονται μακρόθεν ψαλμωδίαι γλυκύταται καὶ τρυφεραὶ ὡς κλαυθμοί, ὡς θρῆνοι: «- Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον!...». Ψάλλουσι τὸ πομπικὸν ἆσμα. «Τὸν ἥλιον Κρύψαντα», τὸ ἐξόδιον μέλος, τὸ τρυφερὸν ἐκεῖνο τροπάριον, τὸ ὁποῖον συγκινεῖ καὶ τὰ ἄψυχα: «- Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον!...».
Ὁ Ἰωσὴφ παρακαλεῖ τὸν Πιλᾶτον ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτῷ νὰ θάψῃ «τὸν ξένον Ἰησοῦν καὶ ὠνειδισμένον…». Ψάλλουσιν οἱ μελίφθογγοι ψάλται, ἀκολουθοῦντες τὴν λιτανείαν τοῦ Ἐπιταφίου καὶ ὑπηχεῖ ὁ λαὸς ὡς δι᾿  ἑνὸς στόματος.
- Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον!...
Ὦ πατρίς μου μικρά, πόσον μεγάλη εἶσαι ἐν τῇ θρησκείᾳ σου!’’[28].
Το Μέγα Σάββατο το πρωί, τελείται ο Αναστάσιμος Εσπερινός, τον οποίο ο λαός ονομάζει και Πρώτη Ανάσταση, καθώς αποτελεί απαρχή των Ύμνων της Ακολουθίας της Αναστάσεως. Μετά τα αναστάσιμα τροπάρια του πρώτου ήχου, ακολουθούν τρία ιδιόμελα σε πλ. δ’, με κοινή αρχή Σήμερον ὁ ᾌδης. Τα ιδιόμελα αυτά πραγματεύονται με πανηγυρικό αλλά ήπιο μέλος την τραγική ήττα του Άδη που ‘‘ἔλαβε σῶμα καὶ Θεῷ περιέτυχεν’’. Με αυτό τον τρόπο η Ανάσταση προεορτάζεται αλλά συνάμα λανθάνει ακόμη της εορτής, όπως διέλαθε της προσοχής του διαβόλου, κατά την πατερική γραμματεία, το Πάθος και η εις Άδου Κάθοδος του Σωτήρος, μαζί με την Ενσάρκωσή Του.
Η Ανάσταση αποτελεί την μεγαλύτερη εορτή της Εκκλησίας, για αυτό και ‘‘δικαίως ἐθεώρησεν ἀπὸ τῆς συστάσεώς της τὴν ἑορτὴν ὡς βασίλισσαν τῶν ἡμερῶν ἡμέραν, ὡς ἑορτὴν ἑορτῶν καὶ πανήγυριν πανηγύρεων’’[29]. Η Ακολουθία της Αναστάσεως, αν και  σύντομη, ‘‘ὁποῖον τὸ κάλλος αὐτῆς’’[30]. Σε αυτή επικρατεί το πρώτο ζεύγος των διατονικών ήχων, ο α΄ και ο πλ. α’, ο μεν ως πανηγυρικός και ευφρόσυνος, ο δε συνάμα και χαρμόσυνος. Επικρατεί ο αρχαίος ύμνος «Χριστὸς ἀνέστη»  ο οποίος συγκινεί κάθε χριστιανό με την τόση ζωή που περιέχει[31]. Η καρδιά του ‘‘σκιρτᾷ ὑπὸ πνευματικῆς ἀγαλλιάσεως’’[32] καθώς ακροάται τα τερπνά τέσσερα στιχηρά του ειρμολογικού πλ. α΄, επί τῃ βάσει του Κε, ‘‘Πάσχα ἱερὸν ἡμῖν σήμερον’’. Επιστέγασμα της λαμπροφόρου Ακολουθίας της Αναστάσεως, το Δοξαστικόν, σε στιχηραρικό πλ. α΄, ‘‘εἰλημμένον ἐκ τῆς ἀρχῆς τοῦ πανηγυρικοῦ λόγου τοῦ Θεολόγου Γρηγορίου’’[33], το ‘‘Ἀναστάσεως ἡμέρα’’. Το ιδιόμελο αυτό επισφραγίζει την ευφρόσυνη της Αναστάσεως με τον δοξολογικό και ευχαριστιακό του χαρακτήρα, καλώντας τους πιστούς σε πηγαία και αυθόρμητη έκφραση αγάπης προς τον πλησίον, καταλλαγής του μίσους και των παθών. Και καθώς ψάλλεται πριν την έναρξη της Θείας Λειτουργίας αποτελεί τη στιγμή κατά την οποία οι πιστοί ανταλλάσουν ασπασμό, με το ‘‘Χριστός ἀνέστη’’ ως επανάληψη της επωδού του να κραδαίνει στα χείλη τους.
Οι Κανόνες της Μεγάλης Εβδομάδος, αποτελούν έργα του Κοσμά του Μελωδού, της Κασσιανής και άλλων. Εξαιρουμένου του πανηγυρικού κανόνα της Αναστάσεως σε ήχο α΄, οι Κανόνες των υπολοίπων ημερών της Μεγάλης Εβδομάδος ψάλλονται στους Χρωματικούς ήχους. Παρατηρείται ωστόσο η εξής ιδιομορφία, που χαρακτηρίζει τους δύο χρωματικούς ήχους β΄και πλ. β΄, στα σύντομα ή ειρμολογικά μέλη τους. Οι δύο αυτοί αδελφοί ήχοι «δανείζουν» ο ένας στον άλλο τα ιδιαίτερα  χαρακτηριστικά τους, δηλαδή την κλίμακα, τις τονικές αποστάσεις, τις βάσεις, τους δεσπόζοντες φθόγγους κλπ, διατηρώντας ωστόσο την αρχική τους εσωτερική μελική δομή. Αυτή η «Ἀντίδοσις τῶν ἰδιωμάτων»[34] που επισυμβαίνει στους δύο χρωματικούς ήχους χαρακτηρίζει ως συνθέσεις και τους Κανόνες, ιδιαιτέρως δε αυτούς της Μεγάλης Εβδομάδος. Ο παρακλητικός και ικετευτικός β΄ ήχος αποκτά κατανυκτικότερη και σοβαρότερη κίνηση με την εφαρμογή της κλίμακος του πλ. β΄ με βάση τον φθόγγο Πα. Από την άλλη ο στιβαρός και επιβλητικός πλ. β΄ εμφανίζει άφατη γλυκύτητα με την τοποθέτηση της κλίμακος του β΄ ήχου, αποκτώντας περιπαθές και συνάμα θρηνητικό άκουσμα, επί του Δι.
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο άρθρο του Ἡ Μεγάλη Ἑβδομὰς ἐν Ἀθήναις πραγματοποιεί εκτενή αναφορά στους Κανόνες της Μεγάλης Εβδομάδος ως ποιητικές συνθέσεις: ‘‘τὰ τοιαῦτα τροπάρια, ἀνήκοντα εἰς τὴν τάξιν τῶν προσομοίων, περὶ ὧν ἐλέγομεν χθές, δὲν εἶναι πεζὸς λόγος, καθὼς πολλοὶ νομίζουσι’’[35]. Εκεί διαβάζουμε τα εξής. Όπως ‘‘ἡ ρυθμοποιία τοῦ Πινδάρου καὶ τῶν ἄλλων χορικῶν τῆς Δωρίου μούσης βαίνει κατὰ κῶλον, ἤτοι ἡμιστίχιον, καὶ οὐχὶ κατὰ στίχον, δεσπόζοντος μὲν τοῦ μέλους, ὑπουργοῦντος δὲ τοῦ ρυθμοῦ’’, έτσι και ‘‘τῶν ἱερῶν ποιητῶν μας, ἀληθῶν ἐγκαλλωπισμάτων τοῦ μεσαιωνικοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἡ ρυθμοποιία βαίνει κατὰ κῶλον, καὶ οὐχὶ κατὰ στίχον’’ συμπεραίνοντας ότι η βασική τους διαφορά πηγάζει από τη μετακύλιση του ενδιαφέροντος στο γραμματικό τόνο των λέξεων. ‘‘…βάσις τοῦ ρυθμοῦ εἶναι ὁ λογικὸς ἤτοι γραμματικὸς τόνος, καὶ ὄχι ἡ ἀπολεσθεῖσα ποσότης τῶν μακρῶν καὶ βραχέων. Καὶ ἡ λυρικὴ δὲ ποίησις τῆς Ἐκκλησίας εἶναι χορική, καθὼς ἡ τῆς Δωρίου σχολῆς τῶν ἀρχαίων, καὶ οἱ εἱρμοὶ καὶ τὰ τροπάρια εἶναι αἱ στροφαὶ καὶ ἀντιστροφαί, καὶ ἡ καταβασία οὐδὲν ἄλλο εἶναι εἰμὴ ἡ ἐπῳδὸς τῆς πινδαρικῆς ποιήσεως’’[36].
Την Κυριακή Βαΐων το βράδυ, ψάλλεται τριώδιος Κανόνας σε ήχο ειρμολογικό β΄ επί του Πα. ‘‘Οἱ ὑμνογράφοι τῆς Ἐκκλησίας καὶ μάλιστα ὁ ὑψιπέτης μουσουργὸς Κοσμᾶς, συνέθεντο τροπάρια κατανυκτικώτατα καὶ τρυφερά, ἅτινα ἐν ἤχῳ ἁρμόζοντι ψάλλονται ἀπὸ τῆς ἑσπέρας ταύτης’’[37], σημειώνει ο Παπαδιαμάντης. Ψάλλονται η πρώτη Ωδή, με ειρμό ‘‘Τῷ τὴν ἄβατον’’, η ογδόη Ωδή ‘‘Ἔφριξε παίδων εὐαγῶν’’ και η Εννάτη, ‘‘Ἐμεγάλυνας Χριστέ’’. Το τροπάριον της Α’ Ωδής ‘‘Διακονῆσαι, αὐτὸς ἐλήλυθα’’, παραθέτει σε πρώτο πρόσωπο τη διδαχή του Χριστού που απαντά στο αίτημα των υιών Ζεβεδαίου, ότι ήρθε να κηρύξει την αγάπη, τη διακονία και να γίνει αληθές παράδειγμα της Θυσίας προς το συνάνθρωπο.  Η διδαχή του Κυρίου συνεχίζεται και στο τροπάριο της Η΄ Ωδής ‘‘Ὑμᾶς μου τότε Μαθητάς’’, σύμφωνα με το οποίο η ταπεινοφροσύνη και η ειρήνη και η αυτοθυσία θα πρέπει να είναι το κύριο γνώρισμα των μαθητών του Χριστού και του κάθε χριστιανού.
Την Μεγάλη Δευτέρα εσπέρας, ψάλλεται ‘‘τὸ Διῴδιον τοῦ θεσπεσίου ποιητοῦ Κοσμᾶ, ἀποτελούμενον μόνον ἐκ τῆς η´ καὶ τῆς θ´ ᾠδῆς, ἐκ βραχυτάτων τροπαρίων[38], με ειρμούς ‘‘Τῷ δόγματι τῷ τυραννικῷ’’, και ‘‘Ἡ τὸν ἀχώρητον Θεόν’’ αντίστοιχα. Το τροπάριον της Η’ Ωδής,  ‘‘Ῥαθυμίαν, ἄπωθεν ἡμῶν’’ προτρέπει τους πιστούς να αποβάλλουν την τεμπελιά και την οκνηρία και με την πνευματική εργασία και καρποφορία των αρετών να παραστούν με ακτινοβολούσες τις πνευματικές τους λαμπάδες στο Νυμφίο Χριστό.
Ό Όρθρος της Μεγάλης Τετάρτης χαρακτηρίζεται από τροπάρια ‘‘ἀναφερόμενα εἰς τὴν πρᾶξιν τῆς ἁμαρτωλοῦ γυναικὸς καὶ εἰς τὴν προδοσίαν τοῦ Ἰούδα’’[39]. Ο τριώδιος Κανόνας  με ειρμούς ‘‘Τῆς πίστεως’’ (Γ΄ Ωδή), ‘‘Ρῆμα τυράννου’’ (Η΄ Ωδή), ‘‘Ψυχαῖς καθαραῖς’’ (Θ΄ Ωδή), διανθίζεται από τα τροπάρια αυτά. Το της Γ΄ Ωδής ‘‘Ἐν κενοῖς τὸ συνέδριον’’ και το της Η΄ Ωδής ‘‘Ἀποκενοῦσα, Γυνὴ μύρον ἔντιμον’’, μυούν τον πιστό μέσα από τον ειρμολογικό β’ ήχο στην μετάνοια της πόρνης, η οποία αλείφει με μύρο την κεφαλή και τα πόδια του Λυτρωτού, τη στιγμή που το Συνέδριο των ανόμων Φαρισαίων σχεδιάζει τη σύλληψή Του.
Από την Μεγάλη Τετάρτη το απόγευμα έως και την παννυχίδα πριν την Ανάσταση εγκαταλείπεται ο κατανυκτικός ειρμολογικός β΄ και οι Κανόνες ακολουθούν τον περιπαθή ειρμολογικό πλ. β΄, επί του Δι ψαλλόμενον. Ο Κανόνας της Μεγάλης Τετάρτης, πλήρης σε Ωδές και τροπάρια, αποτελεί ‘‘τὸ κάλλιστον ἔργον τῶν ψαλλομένων κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην’’…‘‘ποίημα τοῦ ἐπιφανοῦς ὑμνογράφου Κοσμᾶ, περιέχων ὑψηλὰς δογματικὰς ἐννοίας περιστρεφομένας ἰδίως περὶ τὸ μυστήριον τῆς Εὐχαριστίας, ἐν ἐκφράσει ποιητικωτάτῃ’’. Ο Ειρμός της Α΄ Ωδής ‘‘Τμηθείσῃ τμᾶται’’, πραγματεύεται την Έξοδο του Ισραήλ από την Αίγυπτο μέσω της Ερυθράς θαλάσσης και τον καταποντισμό του στρατού του Φαραώ που τους ακολουθούσε. Ο θριαμβευτικός και συνάμα περιπαθής ήχος του συνδέει τη νίκη του Ισραήλ με τη συμμετοχή των πιστών στη Μυστική τράπεζα και τον εγκεντρισμό τους στο  Σώμα και το Αίμα του Χριστού.
Ο ειρμολογικός πλ. β’ χαρακτηρίζει και τον τριώδιο Κανόνα των Αχράντων Παθών, με τα ‘‘περιπαθέστατα τροπάριά’’[40] του. Το τροπάριον της Ε’ Ωδής ‘‘Ῥυφθέντες πόδας’’ αναφέρεται στη χαρά των μαθητών του Κυρίου οι οποίοι Τον ακολουθούν μετά το Μυστικό Δείπνο στο όρος των ελαιών, και γίνονται ίσως χωρίς να το γνωρίζουν ακόμη, μύστες και μάρτυρες του Θείου Πάθους Του. Ο Χριστός καλεί στα επόμενα τροπάρια τους μαθητές του σε εγρήγορση για τις δύσκολες ώρες που θα ακολουθήσουν και τον φόβο που θα τους προκαλέσουν. Τα τροπάρια της Θ΄ Ωδής ‘‘Ὀλέθριος σπεῖρα θεοστυγῶν…’’ και ‘‘Νόμον ἀγνοοῦντες οἱ ἀσεβεῖς...’’ κάνουν λόγο για την ασέβεια των Ιουδαίων οι οποίοι αν και γνώριζαν τις Γραφές και τα κηρύγματα των προφητών αρνήθηκαν τη θεότητα του Χριστού και αφού τον συνέλαβαν ως κακούργο τον οδηγούν στη σφαγή ως άκακο πρόβατο.
Η Ακολουθία του Επιταφίου θρήνου είναι ‘‘ἐλεγειακὴ οὕτως εἰπεῖν ἐκκλησιαστικὴ ποίησις’’ και ‘‘περιπαθὴς λίαν’’ καθώς φέρει ‘‘τὸ ἓν τροπάριον συγκινητικώτερον τοῦ ἄλλου. Ὁποῖον πάθος εἰς τὰ θρηνώδη ἐγκώμια, ὁποία λυρικὴ δύναμις ἐν αὐτοῖς συγκινοῦσα μέχρι ἐνδομύχων τὸν ἄνθρωπον! …ἀμίμητος εἶναι καὶ ἡ ποίησις καὶ ἡ μελῳδία’’[41].
Τρεις από τους μεγαλύτερους Υμνογράφους της Εκκλησίας μας συνέβαλαν στη δημιουργία του εν λόγῳ Κανόνα. ‘‘‘Ὁ «Κανών», κελάδημα ποιητικώτατον’’, γράφει ο Παπαδιαμάντης, ‘‘εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τῆς Ϛ´ δηλαδὴ ᾠδῆς μέχρι τῆς Θ´, ποίημα τοῦ ἀκαμάτου μουσουργοῦ καὶ ἀμιμήτου καλλιτέχνου Κοσμᾶ, ὃν καθ᾿ ἑκάστην ἑσπέραν ἠκούομεν τὴν ἑβδομάδα ταύτην. Οἱ «Εἰρμοὶ» ἀπὸ τῆς Α´ ᾠδῆς μέχρι τῆς Ϛ´ εἶναι ποίημα τῆς παρθένου Κασσιανῆς, περὶ ἧς προχθὲς εἴπομεν, τὰ δὲ λοιπὰ τροπάρια τῶν τεσσάρων πρώτων ᾠδῶν εἶναι ἔργον Μάρκου τινὸς ἐπισκόπου Ὑδροῦντος μετὰ ταῦτα συμπληρώσαντος τὸν Κανόνα τοῦτον τόσον ἐπιτυχῶς, ὥστε οὐδόλως διαφέρει ὁ κάλαμος καὶ ἡ τέχνη ἀπ᾿ ἀρχῆς μέχρι τέλους, ὡς εἷς καὶ μόνος νὰ συνέγραψεν αὐτόν’’[42].
Η Ακολουθία του Επιταφίου αποτελεί μια από τις τελειότερες υμνολογικές συνθέσεις, μεταφέροντας στον πιστό το αίσθημα της χαρμολύπης.  Ως προς τη χρήση του ειρμολογικού πλ β΄, ‘‘κατὰ τὴν πενθιμωτέραν καὶ φαιδροτέραν συνάμα ἀκολουθίαν τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας’’, ο Παπαδιαμάντης καταθέτει ότι ‘‘…ὁ πένθιμος ἦχος, ὁ πλ. β´, εἰς ὃν εἶναι τονισμένα τὰ τροπάρια ταῦτα, καθιστῶσιν αὐτὰ θρηνώδη λίαν καὶ περιπαθέστατα, ψαλλόμενα μάλιστα ἀπὸ καλὸν ψάλτην[43].
Ο Ειρμός της Γ΄ Ωδής ‘‘Σὲ τὸν ἐπὶ ὑδάτων’’ κάνει λόγο για τον φόβο και την απορία της Κτίσεως η οποία είδε τον Δημιουργό της να πάσχει κρεμάμενος επί Σταυρού, Εκείνον ο οποίος με μόνο το λόγο Του στερέωσε το σύμπαν κρεμώντας τη γη –σύμφωνα με την κοσμολογία της Βίβλου- πάνω στα ύδατα. Και αδύναμη να συλλάβει το Μυστήριο της σταυρικής Θυσίας ξεσπά σε δοξολογία Του.
Αλλά και ο Ειρμός της Δ΄ Ωδής, κάνει λόγο για την Κένωση του Χριστού επάνω στο Σταυρό (Τὴν ἐν Σταυρῷ σου θείαν κένωσιν), άκρα ταπείνωσή του, την οποία προφήτευσε ο προφήτης Αββακούμ, η οποία χάρισε στους νεκρούς την Ανάσταση και στο ανθρώπινο γένος τη σωτηρία
Ο ανωτέρω Κανόνας ψάλλεται και λίγο πριν την Ανάσταση, στην Παννυχίδα, αλλά σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αλεξάνδρου Μωραϊτίδη, ‘‘σιγὰ-σιγὰ μὲ ταπεινὴν φωνὴν καὶ ταπεινότερον ὕφος … ἵνα ἀργότερον, ὅταν θὰ ἐμελῴδουν βροντοφώνως τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, γίνῃ καταφανὴς ἡ ἀντίθεσις τοῦ πένθους καὶ τῆς χαρᾶς’’[44].
Ο Αναστάσιμος Κανόνας αποτελεί ποίημα ‘‘τοῦ ἱεροῦ Δαμασκηνοῦ, ἔξοχος διθύραμβος ὑψίστης ἐξάρσεως καὶ ἀμιμήτου κάλλους’’, καθώς προσφέρει ‘‘εὐωδέστατα  ἄνθη εἰς τὴν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου’’[45]. Σε αυτόν δεσπόζει ο ειρμολογικός α΄ ήχος, ο οποίος ψάλλεται πλέον πανηγυρικά και σε υψηλό τόνο. Σύμφωνα με τον Παπαδιαμάντη ‘‘Ὁ καλλιτέχνης ὑμνογράφος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός…, ἀνέπτυξεν ὅλον τὸ ὕψος τῆς ἱερᾶς ποιήσεως ἀπαραμίλλως ἐν τῷ Κανόνι τούτῳ, ὅστις εἰς ἑκάστην λέξιν περιέχει τὴν χαρὰν καὶ τὴν ἐλπίδα καὶ πληροῖ ἀρρήτου θυμηδίας τὸν χριστιανόν. Πρὸς τὸν νέον χριστιανικὸν κόσμον ἀποτεινόμενος ὁ δαιμόνιος μουσουργὸς «Φωτίζου, φωτίζου», λέγει, «ἡ νέα Ἱερουσαλήμ. Ἡ γὰρ δόξα Κυρίου ἐπὶ σὲ ἀνέτειλε. Χόρευε νῦν καὶ ἀγάλλου Σιών. Σὺ δὲ ἁγνὴ τέρπου, Θεοτόκε, ἐν τῇ ἐγέρσει τοῦ τόκου σου»[46].
          Είδαμε επιγραμματικά πως η κατανομή των ήχων κατά τις δυο βασικές ενότητες τροπαρίων της Μεγάλης Εβδομάδος, τους Κανόνες και τα Ιδιόμελα, εξυπηρετεί τη βίωση των γεγονότων της Θείας Οικονομίας και τη μέθεξη των πιστών στα Πάθη και την Ανάσταση. Ξεκινώντας από τον στιχηραρικό α΄ ήχο στα Ιδιόμελα των πρώτων ημερών, παράλληλα με τη χρήση ειρμολογικού β΄ ήχου στους Κανόνες, η μουσική διακύμανση εμπλουτίζεται με τη χρήση χρωματικών ιδιομέλων και την μεταφορά από τον τραχύ ειρμολογικό β΄ ήχο στον γλυκύτατο και θρηνητικό ειρμολογικό πλ. β΄, ώστε να επανέλθει την Εορτή των Εορτών στο διατονικό γένος, με τη χρήση του ειρμολογικού α’ ήχου και του στιχηραρικού πλ. α΄, στην πλέον δοξολογική και ευχαριστιακή έκφανσή τους. Η Χρήση του α΄ ήχου ως πρώτου λειτουργικά και δομικά, καθορίζει και την ανακύκλιση της οκταηχίας καθ’ όλο το υπόλοιπο λειτουργικό έτος, από Κυριακή σε Κυριακή.

ΗΧΗΤΙΚΑ ΠΑΡΑΘΕΜΑΤΑ – ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ:
Α) ΙΔΙΟΜΕΛΑ:
Κυριακή Βαΐων Εσπέρας,    Ἐρχόμενος ὁ Κύριος, α΄ ήχος.
                                                 Φθάσαντες πιστοὶ, πλ. α΄ ήχος
Μεγάλη Δευτέρα Εσπέρας, Ἐν ταῖς Λαμπρότησι, α΄ήχος
 Ὁ τῇ ψυχῆς ραθυμίᾳ, β΄ ήχος
Μεγάλη Τρίτη Εσπέρας , Σὲ τὸν τῆς Παρθένου, α΄ ήχος.
 Τὸ πολύτιμον μῦρον, α΄ ήχος
Σήμερον ὁ Χριστός, πλ. β΄ ήχος.
Μεγάλη Τετάρτη Εσπέρας, Συντρέχει λοιπόν, β΄ήχος.
Μυσταγωγῶν σου Κύριε, πλ. α΄ ήχος.
Μεγάλη Πέμπτη Εσπέρας,  Δύο καὶ πονηρά, γ΄ ήχος.
 Ἐξέδυσάν με, πλ. β΄ ήχος.
                                                Κύριε, ἀναβαίνοντός σου, πλ. δ΄ ήχος.
                                               Ἤδη βάπτεται κάλαμος, πλ. δ΄ ήχος.
Μεγάλη Παρασκευή Πρωί,         Πᾶσα ἡ κτίσις, α΄ ήχος.
       Ἐπὶ ξύλου βλέπουσα, β΄ ήχος.
Μέγα Σάββατον ξημερώματα,   Τὶ τὸ ὁρώμενον θέαμα, β΄ ήχος.
Μέγα Σάββατον Πρωί,                 Σήμερον ὁ ᾌδης, πλ. δ΄ ήχος.
Κυριακὴ τῆς Ἀναστάσεως,        Ἀναστάσεως ἡμέρα, πλ. α΄ ήχος.

Β) ΚΑΝΟΝΕΣ:
Κυριακή Βαΐων Εσπέρας, ᾨδὴ Α΄, ἦχος β΄, τρ. ‘‘Διακονῆσαι, αὐτὸς ἐλήλυθα’’. 
     ᾨδὴ Η΄, ἦχος β΄, τρ. ‘‘Ὑμᾶς μου τότε Μαθητάς’’.
Μεγάλη Δευτέρα Εσπέρας, ᾨδὴ Η΄, ἦχος β΄, τρ. ‘‘Ῥαθυμίαν, ἄπωθεν’’.
Μεγάλη Τρίτη Εσπέρας, ᾨδὴ Γ΄, ἦχος β΄, τρ. ‘‘Ἐν κενοῖς τὸ συνέδριον’’.
 ᾨδὴ Η΄, ἦχος β΄, τρ. ‘‘Ἀποκενοῦσα, Γυνὴ μύρον ἔντιμον’’.
Μεγάλη Τετάρτη Εσπέρας, ᾨδὴ Α΄, ἦχος πλ. β΄, Ὁ  Εἱρμὸς ‘‘Τμηθείσῃ τμᾶται’’.
Μεγάλη Πέμπτη Εσπέρας, ᾨδὴ Ε΄, ἦχος πλ. β΄, Τροπάριον:  Ῥυφθέντες πόδας.
                                   ᾨδὴ Θ΄, ἦχος πλ. β΄,
                                  Τροπάρια: Ὀλέθριος σπεῖρα θεοστυγῶν…,
                                  Νόμον ἀγνοοῦντες οἱ ἀσεβεῖς...
Μεγάλη Παρασκευή Εσπέρας, ᾨδὴ Γ΄, ἦχος πλ. β΄, Ὁ Εἱρμὸς ‘‘Σὲ τὸν ἐπὶ ὑδάτων’’.
 ᾨδὴ Δ΄, ἦχος πλ. β΄, Ὁ Εἱρμὸς ‘‘Τὴν ἐν Σταυρῷ σου θείαν κένωσιν’’.
Ανάστασις, ᾨδὴ Γ΄, ἦχος α΄, Ὁ Εἱρμὸς ‘‘Δεῦτε πόμα πίωμεν’’.
                      ᾨδὴ Ε΄, ἦχος α΄, Ὁ Εἱρμὸς ‘‘Ὀρθρίσωμεν ὄρθρου βαθέος’’.
                      ᾨδὴ Θ’, ἦχος α΄, Ὁ Εἱρμὸς ‘‘Φωτίζου, Φωτίζου’’.



ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
Ματσούκα Νίκου, Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία Β΄,  ἐκδ. «Π. Πουρναρᾶ», Θεσσαλονίκη 1999Β.
Μωραϊτίδη Ἀλεξάνδρου, Τὰ Διηγήματα, τόμ. Β΄, ἐκδ «Γνώση καὶ Στιγμή», Ἀθήνα 1990, Ὁ κυρ-Μανωλάκης.
Μωραϊτίδη Ἀλεξάνδρου, Τὰ Διηγήματα, τόμ. Α΄, ἐκδ «Γνώση καὶ Στιγμή», Ἀθήνα 1990, Ἄρατε Πύλας.
Παπαδιαμάντη Ἀλεξάνδρου, Ἄπαντα, τόμ. Ε΄, ἐκδ. «Δόμος», Ἀθήνα 2005, Ἡ Μεγάλη Ἐβδομὰς ἐν Ἀθήναις.
Παπαδιαμάντη Ἀλεξάνδρου, Ἄπαντα, τόμ. Ε΄, ἐκδ. «Δόμος», Ἀθήνα 2005, Ἡ Ἑβδομὰς τῶν Ἁγίων Παθῶν .
Παπαδιαμάντη Ἀλεξάνδρου, Ἄπαντα, τόμ. Ε΄, ἐκδ. «Δόμος», Ἀθήνα 2005, Ἡ Ἁγία καἰ Μεγάλη Ἑβδομὰς.
Παπαδιαμάντη Ἀλεξάνδρου, Ἄπαντα, τόμ. Ε΄, ἐκδ. «Δόμος», Ἀθήνα 2005, Ἡ Μεγάλη Ἑβδομὰς ἐν Ἀθήναις.
 Σιάσου Λάμπρου, Ἐκκλησιαστικὴ καὶ λαϊκὴ εὐσέβεια, ἐκδ. «Π. Πουρναρᾶ», Θεσσαλονίκη 1994.
Σμέμαν Ἀλεξάνδρου, Ἡ Ἐκκλησία προσευχομένη, ἐκδ. «Ἀκρίτας» 2003Β
  Ψάχου Σπυρίδωνος,  Η Μεταρρύθμιση των τριών και το εκκλησιαστικό Βυζαντινό μέλος, στον ιστότοπο http://www.sfbyzantini-aigio.gr/

ΠΗΓΕΣ
Τριώδιον, ἐκδ. «Φῶς» Ἀθήναι 1992.
Πεντηκοστάριον, ἐκδ «Φῶς», Ἀθήναι 1991.
Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις Ἀκριβῆς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, ἐκδ. «Π. Πουρναρᾶ», Θεσσαλονίκη 2002.
Εὐθυμιάδου Ἀβραάμ, Μαθήματα Βυζαντινῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, ἤτοι Θεωρία καὶ πλήρης μέθοδος μελωδικῶν ἀσκήσεων, Θεσσαλονίκη 1972Β.
Ἰακώβου Πρωτοψάλτου, Δοξαστάριον Β΄, 1836.
Ἰωάννου Πρωτοψάλτου, Εἱρμολόγιον, Κωνσταντινούπολις 1903.
Κωνσταντίνου Πρίγγου, Ἡ Πατριαρχικὴ Φόρμιγξ, τόμ. α΄ ‘‘Μουσικὴ Κυψέλη’’, μέρος γ΄ ‘‘Μεγάλη Ἑβδομάς’’, Ἀθήνα 1969Β.
Κωνσταντίνου Ψάχου, Τὸ ὁκτάηχον σύστημα τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς Ἐκκλησιαστικῆς καὶ Δημώδους, ἐκδ. «Ὁ Μιχ. Ἰ. Πολυχρονάκης», Κρήτη 1980.
Γεωργίου Πρωγάκη, Μουσικὴ Συλλογή, τόμ. α΄, Ἑσπερινός, Κωνσταντινούπολις 1909.
Στεφάνου Λαμπαδαρίου, Μουσικὴ Κυψέλη, 1883.
Θεοδώρου Φωκαέως, Κρηπίς, ἐκδ. «Γ. Καμπάση», Ἀθήναι 1902.



[1] . Λ. Σιάσου, Ἐκκλησιαστικὴ καὶ λαϊκὴ εὐσέβεια, ἐκδ. «Π. Πουρναρᾶ», Θεσσαλονίκη 1994, σσ. 81-82.
[2] . Ἀλ. Παπαδιαμάντη, Ἄπαντα, τόμ. Ε΄, Δόμος, Ἀθήνα 2005, Ἡ Μεγάλη Ἐβδομὰς ἐν Ἀθήναις, σ. 175.
[3] . Λ. Σιάσου, όπ. π., σσ. 81-83.
[4] . Όπ. π., σσ. 83-84.
[5] . Ἀλ. Σμέμαν, Ἡ Ἐκκλησία προσευχομένη, ἐκδ. «Ἀκρίτας» 2003Β, σσ. 245. 
[6] . Λ. Σιάσου, όπ. π., σσ. 83-89.
[7] . Ἀλ. Σμέμαν, όπ. π., σσ. 245 και εξ. 
[8] . Βλ.  Σπύρου Ψάχου,  Η Μεταρρύθμιση των τριών και το εκκλησιαστικό Βυζαντινό μέλος, στον ιστότοπο http://www.sfbyzantini-aigio.gr/gr/index.php?option=com_content&view=article&id=23:2010-03-23-10-58-49&catid=13:2010-03-03-09-57-16&Itemid=7
[9] . Ἀλ. Παπαδιαμάντη, Ἄπαντα, τόμ. Ε΄, Δόμος, Ἀθήνα 2005, Ἡ Ἑβδομὰς τῶν Ἁγίων Παθῶν, σ. 68: ‘’Ἐν γένει δὲ ὅλα τὰ τροπάρια εἶναι ἀμιμήτου καλλονῆς καὶ μελῳδίας, καὶ συνιστῶμεν νὰ προσέξωσιν οἱ φιλόχριστοι ἀναγνῶσται ὄχι διὰ τῶν ἐξωτερικῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν, ἀλλὰ διὰ τῶν ὀμμάτων τῆς ψυχῆς ἐν καθαρῷ τῷ συνειδότι’’.
[10] . Ἀλ. Παπαδιαμάντη, Ἄπαντα, τόμ. Ε΄, Δόμος, Ἀθήνα 2005, Ἡ Ἑβδομὰς τῶν Ἁγίων Παθῶν, σ. 67.
[11] .  Λ. Σιάσου, Ἐκκλησιαστικὴ καὶ λαϊκὴ εὐσέβεια, ἐκδ. «Π. Πουρναρᾶ», Θεσσαλονίκη 1994, σ. 96.
[12] . Ἀλ. Παπαδιαμάντη, Ἄπαντα, τόμ. Ε΄, Δόμος, Ἀθήνα 2005, Ἡ Ἑβδομὰς τῶν Ἁγίων Παθῶν, σ. 172.
[13] .  Λ. Σιάσου, όπ. π., σσ. 97 και εξ.
[14] . Ἀλ. Παπαδιαμάντη, Ἄπαντα, τόμ. Ε΄, Δόμος, Ἀθήνα 2005, Ἡ Ἁγία καἰ Μεγάλη Ἑβδομὰς, σ. 83.
[15] . Ἀλ. Παπαδιαμάντη, Ἄπαντα, τόμ. Ε΄, Δόμος, Ἀθήνα 2005, Ἡ Ἑβδομὰς τῶν Ἁγίων Παθῶν, σ. 70.
[16] . Λ. Σιάσου, όπ. π., σσ. 99-100. και Ἀλ. Παπαδιαμάντη, Ἄπαντα, τόμ. Ε΄, Δόμος, Άθήνα 2005, Ἡ Ἁγία καἰ Μεγάλη Ἑβδομὰς, σ. 83 : ‘‘Ἐκείνη γυνὴ ἁμαρτωλός, ἀπεγνωσμένη διὰ τὸν βίον, βεβυθισμένη εἰς τὴν ἁμαρτίαν εὑρίσκει λιμένα σωτηρίας. Μειγνύει μύρον μετὰ δακρύων καὶ λυτροῦται τῆς δυσωδίας τῶν κακῶν. Κυλίεται τοῖς ποσὶ τοῦ Ἀγαθοῦ καὶ ἐν κλαυθμῷ ἀναβοᾷ ἐκμάσσουσα αὐτούς: «Μὴ ἀπώσῃ με, μηδὲ βδελύξῃ, Θεέ μου, ἀλλὰ δέξαι με μετανοοῦσαν, διάλυσον τὸ χρέος, ὡς κἀγὼ τοὺς πλοκάμους, ἀγάπησον φιλοῦσαν, τὴν δικαίως μισουμένην. Οἴμοι! ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας, ζοφώδης καὶ ἀσέληνος, πῶς ἀτενίσω σοι τῷ Δεσπότῃ; Μή μου τὰ δάκρυα παρίδῃς, ἀλλὰ σῶσόν με!» Ὢ πόση ἡ δύναμις τῶν δακρύων! Ὁ Σωτὴρ τὴν ἐσυγχώρησεν...’’.
[17] . Ἀλ. Παπαδιαμάντη, Ἄπαντα, τόμ. Ε΄, Δόμος, Ἀθήνα 2005, Ἡ Ἑβδομὰς τῶν Ἁγίων Παθῶν, σ. 71.
[18] . Λ. Σιάσου, Ἐκκλησιαστικὴ καὶ λαϊκὴ εὐσέβεια, εκδ. «Π. Πουρναρᾶ», Θεσσαλονίκη 1994, σσ. 104-105.
[19] . Ἀλ. Παπαδιαμάντη, όπ. π., σ. 73.
[20] . Λ. Σιάσου, όπ. π., σσ. 105-107.
[21] . Όπ. π., σ. 106.
[22] . Ἀλ. Παπαδιαμάντη, Ἄπαντα, τόμ. Ε΄, Δόμος, Ἀθήνα 2005, Ἡ Ἑβδομὰς τῶν Ἁγίων Παθῶν, σ. 73: ‘‘…ἀναγινωσκομένου τοῦ ἑξῆς περιπαθοῦς τροπαρίου ὑπὸ τοῦ βαστάζοντος τὸν τίμιον σταυρὸν ἱερέως: «Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας. Στέφανον ἐξ ἀκανθῶν περιτίθεται ὁ τῶν ἀγγέλων βασιλεύς. Ψευδῆ πορφύραν περιβάλλεται ὁ περιβάλλων τὸν οὐρανὸν ἐν νεφέλαις. Ῥάπισμα κατεδέξατο ὁ ἐν Ἰορδάνῃ ἐλευθερώσας τὸν Ἀδάμ. Ἥλοις προσηλώθη ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας. Λόγχῃ ἐκεντήθη ὁ υἱὸς τῆς Παρθένου. Προσκυνοῦμέν σου τὰ πάθη Χριστέ, δεῖξον ἡμῖν καὶ τὴν ἔνδοξόν σου Ἀνάστασιν». Ἀκολούθως τὸ αὐτὸ τροπάριον ψάλλεται εἰς ἦχον περιπαθέστατον’’.
[23] . Όπ. π., σ. 73: ‘‘Ἐν γένει ὅλα τὰ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ψαλλόμενα τροπάρια εἶναι κάλλιστα εἰς τὸ εἶδός των’’.
[24] . Ἀλ. Παπαδιαμάντη, Ἄπαντα, τόμ. Ε΄, Δόμος, Ἀθήνα 2005, Ἡ Ἁγία καὶ Μεγἀλη Ἑβδομὰς, σ. 88.
[25] . Όπ. π., σ. 89.
[26] . Λ. Σιάσου, όπ. π., σσ. 107-108.
[27] . Ἀλ. Παπαδιαμάντη, όπ. π., σ. 90.
[28] . Ἀλ. Μωραϊτίδη, Τὰ Διηγήματα, τόμ. Α΄, ἐκδ «Γνώση καὶ Στιγμή», Ἀθήνα 1990, Ἄρατε Πύλας, σσ. 179-180.
[29] . Ἀλ. Παπαδιαμάντη, όπ. π., σ. 92.
[30] . Οπ. π., αλλά και στο Ἡ Ἑβδομὰς τῶν Ἁγίων Παθῶν, σ. 78: ’’Σύντομος εἶναι ἡ ἀκολουθία αὕτη, ἀλλὰ καὶ ἡ λέξις Χαίρετε μία μόνη εἶναι. Καὶ ὅμως πόσα δὲν χαρίζει εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου!’’
[31] . Ἀλ. Παπαδιαμάντη, Ἄπαντα, τόμ. Ε΄, Δόμος, Ἀθήνα 2005, Ἡ Ἁγία καὶ Μεγἀλη Ἑβδομὰς, σ. 93.
[32] . Όπ. π.
[33] . Όπ. π.
[34] . Ν. Ματσούκα, Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία Β΄, εκδ. «Π. Πουρναρᾶ», Θεσσαλονίκη 1999Β, σσ. 277 κ εξ.
[35] . Ἀλ. Παπαδιαμάντη, Ἄπαντα, τόμ. Ε΄, Δόμος, Ἀθήνα 2005, Ἡ Μεγάλη Ἑβδομὰς ἐν Ἀθήναις, σ. 173.
[36] . Όπ. π., σ. 174.
[37] . Ἀλ. Παπαδιαμάντη, Ἄπαντα, τόμ. Ε΄, Δόμος, Ἀθήνα 2005, Ἡ Ἑβδομὰς τῶν Ἁγίων Παθών, σ. 67.
[38] . Ἀλ. Παπαδιαμάντη, Ἄπαντα, τόμ. Ε΄, Δόμος, Ἀθήνα 2005, Ἡ Μεγάλη Ἑβδομὰς ἐν Ἀθήναις, σ. 173.
[39] . Ἀλ. Παπαδιαμάντη, Ἄπαντα, τόμ. Ε΄, Δόμος, Ἀθήνα 2005, Ἡ Ἑβδομὰς τῶν Ἁγίων Παθῶν, σ. 70.
[40] . Όπ. π., σ. 72.
[41] . Όπ. π., σ. 75.
[42] . Όπ. π.
[43] . Όπ. π.
[44]  Ἀλ. Μωραϊτίδη, Τὰ Διηγήματα, τόμ. Β΄, Ὁ κυρ-Μανωλάκης, σ. 33.
[45] Ἀπ. Παπαδιαμάντη, Ἄπαντα, τόμ. Ε΄, Δόμος, Ἀθήνα 2005, Ἡ Μεγάλη Ἑβδομὰς ἐν Ἀθήναις, σσ. 115-116.
[46] . Ἀλ. Παπαδιαμάντη, Ἄπαντα, τόμ. Ε΄, Δόμος, Ἀθήνα 2005, Ἡ Ἑβδομὰς τῶν Ἁγίων Παθῶν, σ. 78.