Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2020

Ο ΟΣΙΟΣ ΔΑΝΙΗΛ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ (1844-1929) ΚΑΙ Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΩΡΑΪΤΙΔΗΣ (1851-1929) – ΒΙΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ




του Κωνσταντίνου Κουτούμπα

Ημέρα χαράς η σημερινή για τον Αγιορειτικό Μοναχισμό, τον φιλαγιορειτικό κόσμο και εν γένει  το πλήρωμα των Ορθοδόξων καθώς, η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου αποφάσισε την Αγιοκατάταξη τριών μεγάλων μορφών του νεώτερου εν Αγίω Όρει μοναχισμού, του Γέροντος Ιωσήφ του ησυχαστού και των ασκητών  Εφραίμ του Κατουνακιώτου και Δανιήλ του Κατουνακιώτου.
Την Αγιοκατάταξή τους είχε προαναγγείλει ο Παναγιώτατος Οικουμενικός μας Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαίος, τον Οκτώβριο του ΄19, κατά την επίσκεψή του στο Άγιον Όρος.
Από τους τρεις, ο Όσιος πλέον της Εκκλησίας μας Δανιήλ Κατουνακιώτης, συνδέεται με το νησί μας και συγκεκριμένα με τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη.
Ο Όσιος Δανιήλ Κατουνακιώτης γεννήθηκε στην Σμύρνη το 1844, από ευλαβή πολύτεκνη οικογένεια. Ήταν απόφοιτος της Ευαγγελικής Σχολής της Σμύρνης. Φίλος της ασκήσεως και της προσευχής, εξέφρασε στον πνευματικό του την επιθυμία να γίνει μοναχός. Με την προτροπή και του Οσίου Αρσενίου της Πάρου, μετέβη στο Άγιον Όρος, όπου εκάρη μοναχός στην Μονή του Αγίου Παντελεήμονος, η οποία κατοικούνταν ακόμη από ελληνική συνοδεία. Στην ίδια μονή είχε καρεί μεγαλόσχημος μοναχός και ο σκιαθίτης Ιερομόναχος Διονύσιος Επιφανίου «ὁ Γέρων», υιός του λογίου Επιφανίου Δημητριάδη, Διδασκάλου του Γένους[1]. Ο ηγούμενος του Αγίου Παντελεήμονος εκτίμησε τα χαρίσματά του νέου μοναχού Δανιήλ και τον τοποθέτησε γραμματέα της Μονής.
Δυστυχώς όμως ο Όσιος Δανιήλ βρέθηκε μέσα στην δύνη του ρωσσικού επεκτατισμού στο Άγιον Όρος, όταν, η ελληνική συνοδεία του Αγίου Παντελεήμονος σταδιακά απομονώθηκε από τον εσμό των ρώσσων μοναχών που κατέφθαναν εκεί, και εν τέλει μετά από φιλονικίες μαζί τους απομακρύνθηκε από την Μονή.
Την περίοδο αυτή το Άγιον Όρος ταλαιπωρούταν από την ρωσική επεκτατική πολιτική, που ενισχυόταν από το φαινόμενο του Εθνικισμού. Ρώσοι μοναχοί κατέφθαναν στο Όρος καθημερινά και διεκδικούσαν να καταλάβουν όσο το δυνατόν περισσότερα μοναστήρια και σκήτες στην κυριαρχία τους. Η αθρόα προσέλευση των Ρώσων στην χερσόνησο του Άθω θορυβούσε ιδιαίτερα τους Έλληνες πατέρες καθώς οι πρώτοι αποκτούσαν αριθμητική υπεροχή σε όσα υποστατικά επενοικίαζαν. Ο Μωραϊτίδης κατά την επίσκεψή του στον Άθωνα, εντοπίζει αυτή την κατάσταση και την στηλιτεύει. Ωστόσο σε σχετική σημείωσή του αναφέρει ότι οι Ρώσοι πατέρες, ανάμεσα στους οποίους υπήρχαν και ενάρετοι, έπεφταν πολλές φορές  θύματα της προπαγάνδας: ‘‘…περὶ ἐγκαταστάσεως τῶν Ρώσων ἐν Ἄθωνι ἐγράψαμεν μὲ κάποιαν λεπτομέρειαν ὄχι διὰ νὰ ἐγγίσωμεν τοὺς ἀγαθοὺς ὁμοθρήσκους μας, οἵτινες φυλάττουσιν εὐλαβῶς τὰς βυζαντινάς μας ἃς παρέλαβον παραδόσεις, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποκαλύψωμεν τὴν πονηρίαν τῶν διαφόρων πανσλαβιστικῶν ἑταιρειῶν, ὧν γίνονται θύματα οἱ ἁπλοϊκοὶ καὶ εὐλαβέστατοι μοναχοί.’’[2]
            Το σχέδιό τους ήταν πολύ απλό. Αρχικά παρουσιαζόταν ένας μοναχός ο οποίος νοίκιαζε ένα υποστατικό μιας μονής, συνήθως των μονών οι οποίες είχαν ανεξόφλητα χρέη και που έπρεπε να είναι ελαστικές προς τους χρεώστες τους. Κοντά σε αυτόν άρχισαν να συγκεντρώνονται και άλλοι ομοεθνείς του, και ο αριθμός τους γρήγορα εκτοξευόταν, παρά τις συμφωνίες που είχαν υπογράψει, καθώς με ‘‘τὴν προστασίαν τῶν μεγάλων ἐννοοῦσι νὰ παραβαίνωσι τὰς συμφωνίας’’[3].
Με προσποιητή αγαθωσύνη κατάφερναν να αθετούν τις υποσχέσεις τους, γκρεμίζοντας τα παλιές εγκαταστάσεις και χτίζοντας μεγαλύτερες με σκοπό να καλύψουν τις ανάγκες όλο και περισσοτέρων μοναχών. ‘‘Οἱ Ρῶσοι ὅμως ἐν τῇ γνωστῇ ἀκακίᾳ των κατορθώνουσι νὰ παραβαίνωσι τὰς συμφωνίας, διὰ νυκτὸς ἀνεγείροντες θόλους ὡραίους. Προσθέτοντες δὲ συνεχῶς νέα κτίρια περὶ τὸ παλαιὸν καὶ ἐγείροντες περίβολον πέριξ, καθιστῶσι τὰ κελλία ταῦτα εὐρυχώρους ἐξοχικὰς ἐπαύλεις’’[4].
            Με αυτό τον τρόπο και εξασκόντας την πειθώ κατάφεραν να κυριαρχήσουν και στην Μονή του Αγίου Παντελεήμονος. Αφού κατέλαβαν όλα τα κτήρια και τελευταία και το Καθολικό, εξοβελίσαν την ελληνική αδελφότητα της μονής, που μόνο ένα μικρό μέρος της παρέμεινε μαζί τους. Στη Βατοπεδινή Σκήτη του Αγίου Ανδρέα και την Παντοκρατορινή του Προφήτη Ηλία, οι Ρώσοι μοναχοί ήταν πολλαπλάσιοι της ελληνικής αδελφότητας της μονής, πράγμα που προξενούσε ιδιαίτερη ανησυχία. Τότε ‘‘Αἱ ἑλληνικαὶ μοναὶ ἀπεφάσισαν νὰ μὴ ἐνοικιάζωσι πλέον εἰς Ρώσους τὰ κελλία, μὴ θελγόμενοι πλέον οὔτε ἀπὸ τὴν ὑποκρισίαν των, οὔτε ἀπὸ τὰ δῶρά των, οὔτε ἀπὸ τὸ βαρὺ ἐνοίκιόν των. Προσπαθοῦσι δὲ νὰ εὕρωσι τρόπον νὰ σωθῶσι καὶ ἀπὸ τὰς ὑπαρχούσας μυρίας δυσκολίας, αἵτινες γεννῶνται ἐξ αἰτίας των εἰς αὐτοὺς καθ᾿  ἑκάστην’’[5].

Ο Δανιήλ συκοφαντήθηκε ως  υπαίτιος και τιμωρήθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο με οριστική απομάκρυνση από το Όρος. Θα επιστρέψει στον Άθωνα μετά τη επικύρωση της εκλογής του Ρώσσου ηγουμένου Μακαρίου, αλλά όχι στην Μονή της μετανοίας του.
Θα βρεθεί στην Μονή Βατοπαιδίου, όπου θα θεραπευθεί θαυματουργικά από  χρόνιο κολικό νεφρού, και από εκεί θα αναχωρήσει για την έρημο του Αγίου Όρους και τα θαυμαστά Κατουνάκια.

Η Σκήτη των Δανιηλαίων, όπως σώζεται σε φωτογραφία της έκδοσης του γ΄ τόμου των ταξιδιωτικών του Μωραϊτίδη. 

Η Σκήτη των Δανιηλαίων σήμερα.
 Ο Όσιος Δανιήλ  εγκαταστάθηκε στα Κατουνάκια του Αγίου Όρους το 1881, ιδρύοντας το ησυχαστήριο της αδελφότητος των Δανιηλαίων. Εκεί ασκήθηκε με πολλή κόπο και μόχθο για την πνευματική προκοπή των μοναχών, των υποτακτικών του αλλά και των πνευματικών του παιδιών, καλλιεργώντας τις χέρσες ψυχές με την Φιλοκαλία, που την είχε αποστηθίσει. Μάλιστα, παρέδωσε στην συνοδεία του το εργόχειρο της εικονογραφίας, όπου ασκείται μέχρι και σήμερα.
  Ο Μωραϊτίδης συνδέθηκε με τον γέροντα από την πρώτη κιόλας περιοδεία του στο Άγιον Όρος.
Στου Βορηά τα κύματα, θα πει για τον γέροντα Δανιήλ τα εξής: ‘‘Ὅταν βγῆκα στὰ Καρούλια – Κατουνάκια, ἐνόμισα ὅτι ἔφθασα εἰς τὸν Θεόν. Ἀλλ᾿ ὅταν συνωμίλησα μετὰ τοῦ γέροντος Δανιήλ εἶπον: Τώρα εἶδον πόσον μακράν εἶμαι ἀπὸ τὸν Θεόν’’[6].
Η γνωριμία του με τον γέροντα έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην προσήλωσή του στο μοναστικό ιδεώδες, διατηρούσε δε αλληλογραφία με τον Όσιο Δανιήλ, καθ᾿ όλη την υπόλοιπη ζωή του. Το αρχείο των επιστολών αυτών βρέθηκε στα χέρια του αείμνηστου καθηγητού Ιωάννη Φραγκούλα, του ιστορικού της Σκιάθου, το οποίο δυστυχώς κάηκε μαζί με το σπίτι του τον Αύγουστο του 1944, όταν οι Γερμανοί πυρπόλησαν το χωριό της Σκιάθου σε αντίποινα. Σώζονται ωστόσο επιστολές στην Σκήτη των Δανιηλαίων.
Η παρουσία του Όσίου Δανιήλ στην βιωτή του Μωραϊτίδη συνδέεται με την τρίτη και τελευταία συγγραφική του περίοδο. Αν ο Βλάσης Γαβριηλίδης χαρακτήρισε την πρώτη του συγγραφική περίοδο «κοσμική, θορυβώδη καὶ γελῶσα», και αν μας επιτραπεί να χαρακτηρίσουμε την δεύτερη περίοδο μεστή και ώριμη, η τρίτη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η πλέον ασκητική, ευωδιάζουσα καρπούς προσευχής και μελέτης.





Τον Ιούλιο του 1907, ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης επισκέφτηκε ως ειδικός απεσταλμένος της δημοσιογραφικής εφημερίδας Αθήναι, το Μέγα Σπήλαιο. Την τρίτη μέρα παραπάτησε και έπεσε χτυπώντας άσχημα. Μεταφέρθηκε τραυματισμένος στην Αθήνα, όπου νοσηλεύτηκε στον Ευαγγελισμό, έχοντας κατάγματα στο χέρι και το πόδι. Μετά από τρεις μήνες νοσηλεία και με την ιδιαίτερη φροντίδα των θεραπόντων ιατρών, συνήλθε. Σταμάτησε όμως να ασχολείται με την κοσμική συγγραφή. Ο ίδιος αισθανόταν τύψεις και κατά κάποιο τρόπο θεώρησε βασική αιτία του ατυχήματος την ολιγοπιστία του, κατά παραχώρηση της κυρίας Θεοτόκου, επειδή  του ήρθε ‘‘ἀστραπιαῖος λογισμὸς ἀπιστίας’’, όταν είδε την εικόνα της Παναγίας της Μεγαλοσπηλαιώτισσας, που θεωρείται έργο του Αποστόλου Λουκά, όπως εξομολογήθηκε στον Όσιο Δανιήλ. Την εξομολόγηση του παθήματός του διέσωσε ο καθηγητής Ιωάννης Φραγκούλας, από απαντητική επιστολή του γέροντος Δανιήλ, γραμμένη την Πρωτοχρονιά του 1908.[7]
Ο γέροντας δεν αποδέχθηκε ως αιτία του ατυχήματος την ολιγοπιστία του, τονίζοντας ότι η Θεοτόκος γνωρίζει την πίστη και την ευλάβεια αλλά και τον πόλεμο του λογισμού, τον οποίο όπως όλοι οι άνθρωποι, δέχτηκε αλλά πολέμησε αμέσως. Ωστόσο τον συμβούλεψε να σταματήσει ‘‘διαμπάξ’’ να ασχολείται με τη δημοσιογραφία και τη διηγηματογραφία, ως ακατάλληλη ‘‘διὰ τὸν πνευματικὸν βίον’’ του, παροτρύνοντάς τον να περιορισθεί στη συγγραφή θρησκευτικών άρθρων, απαλλαγμένων ‘‘τῶν κοσμικῶν φρονημάτων’’[8].
Το πάθημά του αυτό ήταν η αφορμή να στραφεί προς τον εσωτερικό του κόσμο και τη θρησκευτική συγγραφή, μεταφράζοντας και ερμηνεύοντας Πατερικά έργα, συνθέτοντας ύμνους και τροπάρια. Ο λογοτέχνης Μωραϊτίδης εξαφανίζεται από το προσκήνιο για τουλάχιστον δέκα χρόνια, έως ότου τον ανασύρει ο δημοσιογράφος Στέφανος Δάφνης, ο οποίος τον προτρέπει να συγκεντρώσει τα μέχρι τότε εσκορπισμένα σε περιοδικά και εφημερίδες πονήματά του, διηγήματα και ταξιδιωτικές περιγραφές, και να τα εκδώσει σε αυτοτελείς τόμους.
Σύμφωνα με μια προφορική παράδοση, που σώζεται μέχρι στις μέρες μας στο νησί του, ο Μωραϊτίδης εξέφρασε στον γέροντα Δανιήλ, νέος ακόμη, την βαθειά επιθυμία του να γίνει μοναχός. Τότε ο γέροντας Δανιήλ του προανήγγειλε τον θάνατό του, 40 ημέρες μετά την κουρά του σε μοναχό. Η ίδια παράδοση αποδίδει την αργοπορία του Μωραϊτίδη σε αυτή ακριβώς την πρόρρηση.
Μετά την μοναχική κουρά και τον θάνατο της γυναίκας του, ο Μωραϊτίδης επέστρεψε στη Σκιάθο τον Ιούνιο του 1929 διατηρώντας τον ίδιο πόθο, να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο Θεό ως μοναχός και να εκπληρώσει το όνειρο της ζωής του.
Η επιθυμία του εκπληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους. Είχε προηγηθεί η σεπτή κοίμηση του Οσίου Δανιήλ, ανήμερα των Γενεθλίων της Θεοτόκου, στις 8 Σεπτεμβρίου. Στις 16 Σεπτεμβρίου, ο Αλέξανδρος εκάρη μοναχός με το όνομα Ανδρόνικος, στον Ιερό Ναό Τριών Ιεραρχών Σκιάθου, από τον Μητροπολίτη Χαλκίδος Γρηγόριο Πλειαθό. Η παρέκβαση αυτή από την τάξη της Εκκλησίας που δεν προβλέπει την κουρά σε ενοριακό Ναό αλλά σε μοναστήρι δεν μπορεί να ερμηνευθεί διαφορετικά από το ότι ο σοφός επίσκοπος διείδε ότι στο πρόσωπο του Μωραϊτίδη επαληθεύονταν τα λόγια του θεοδόχου Συμεών, ‘‘Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, Δέσποτα....’’[9]. Η ένδυση του μοναχικού σχήματος υπήρξε ο σκοπός αλλά και το τέλος της ασκητικής ζωής για τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, και τώρα αυτός ο σκοπός εκπληρωνόταν.  Σαράντα μέρες όμως μετά την κουρά του, το πρωί της 25ης Οκτωβρίου, ο μοναχός Ανδρόνικος μετέβη στην επουράνιο βασιλεία, έχοντας συμπληρώσει σαράντα μέρες μοναχικής ζωής, όπως ακριβώς του προείπε ο προορατικός Όσιος Δανιήλ[10].

ΠΗΓΕΣ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

-Αλ. Μωραϊτίδη, Με του Βορηά τα κύματα ταξείδια, περιγραφαί, εντυπώσεις, Άγιον Όρος, Σειρά Γ’, εκδ. «Ιω. Ν. Σιδέρη», εν Αθήναις 1924
-Γρηγορίου (Ιερομ.) Γέροντος Ι. Ησυχαστηρίου Δανιηλαίων, Γέρων Δανιήλ Κατουνακιώτης(1846-1929) – Ο σοφός και διακριτικός αγιορείτης Γέροντας, περιοδικό Πεμπτουσία(Πολιτισμός – Επιστήμες – Θρησκεία), εκδ. «Κέντρον Ελληνικού και Ορθοδόξου Πολιτισμού»,  τεύχος 13, Δεκέμβριος 2003 - Μάρτιος 2004.
-Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων Αγιορειτών του εικοστού αιώνος, εκδ. «Μυγδονία».
-Κων. Κουτούμπα, (υπό δημ.) Η Λειτουργική παράδοση στο έργο του Αλεξάνδρου Μωραϊτίδη.
-Ι. Φραγκούλα, Αλ. Μωραϊτίδης, ο άνθρωπος – ο λογοτέχνης, εκδ. «Ιωλκός», Αθήνα 1982.
-Π.Β. Πάσχου, Θυσία Αινέσεωςκείμενα πνευματικών προβληματισμών και προσεγγίσεων, εκδ. «Αστήρ», Αθήναι 1978.

ΕΚ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ:
-https://el.wikipedia.org/wiki/Γέροντας_Δανιήλ_Κατουνακιώτης_ο_Σμυρναίος#cite_note-27e7d4e7779125287916dd4e2d495b6ea9a17fa9-1
-  https://www.pemptousia.gr/2019/10/osios-daniil-katounakiotis/
- https://poimin.gr/geron-daniil-katoynakiotis-1929-2019/
-https://fanarion.blogspot.com/2020/03/blog-post_72.html?m=1&fbclid=IwAR2gCwS88WtwplsfG0ep01HVG1Y-GAp_Pdj2PiYdstDKZGU-h-vRgRjLshQ



[1] . Η εις μεγαλόσχημον μοναχόν κουρά του Διονυσίου καθώς και η εις ιερομόναχον χειροτονία του συνέβησαν προ του 1836. Βλ. και Παν. Επιφανιάδη, Ο Γέροντας Διονύσιος, ιστορική μελέτη, Αθήνα 1983, σσ.71-72.  
[2] . Αλ. Μωραϊτίδη, Με του Βορηά τα κύματα ταξείδια, περιγραφαί, εντυπώσεις, Άγιον Όρος, Σειρά Γ’, εκδ. «Ιω. Ν. Σιδέρη», εν Αθήναις 1924, σ. 173,  υποσ. 1.
[3] . Όπ. π., σ. 172.
[4] . Όπ. π., σ. 173.
[5] . Όπ. π.
[6] . Γρηγορίου (Ιερομ.) Γέροντος Ι. Ησυχαστηρίου Δανιηλαίων, Γέρων Δανιήλ Κατουνακιώτης(1846-1929) – Ο σοφός και διακριτικός αγιορείτης Γέροντας, περιοδικό Πεμπτουσία(Πολιτισμός – Επιστήμες – Θρησκεία), εκδ. «Κέντρον Ελληνικού και Ορθοδόξου Πολιτισμού»,  τεύχος 13, Δεκέμβριος 2003 - Μάρτιος 2004, σσ. 104-105.
[7] . . Ι. Φραγκούλα, Αλ. Μωραϊτίδης, ο άνθρωπος – ο λογοτέχνης, εκδ. «Ιωλκός», Αθήνα 1982, σσ. 28-29.
[8] . Όπ. π., σ.  29. Βιογραφικά στοιχεία για τον Αλ. Μωραϊτίδη βλ. και Π.Β. Πάσχου, Θυσία Αινέσεωςκείμενα πνευματικών προβληματισμών και προσεγγίσεων, εκδ. «Αστήρ», Αθήναι 1978, σσ. 154-155.
[9] . Λκ 2, 29.
[10] . Κ. Κουτούμπα, (υπό δημ.), Η Λειτουργική Παράδοση στο έργο του Αλεξάνδρου Μωραϊτίδη.

Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2019

Από την Αγρυπνία της Μεταμορφώσεως, στο Χριστό, στο Κάστρο

(Συμψάλλοντας με τον Άρχοντα Υμνωδό της Μ.Χ.Ε. Γεώργιο Χατζηχρόνογλου)


Είθισται τα τελευταία χρόνια, με την ανάπτυξη της τεχνολογίας, τα νεόκοπα Ειδησεογραφικά πρακτορεία Εκκλησιαστικών Ειδήσεων, να αφιερώνουν τις σελίδες τους σε πανηγύρεις και εορτές Ναών, Μονών και Μητροπόλεων, ανά την επικράτεια, τονίζοντας μάλιστα τους λειτουργούς, ιδίως εάν πρόκειται για αρχιερατική χοροστασία ή συλλείτουργο, καθώς επίσης να αφιερώνουν χρόνο στο γενόμενο κήρυγμα.
Ωστόσο, λιγότερο ή καθόλου δεν δίδεται ειδικό βάρος στους συλλειτουργούς Ιεροψάλτες, οι οποίοι με τον γενικό εκκλησιαστικό όρο "ψάλλοντες'' ή ''κοπιῶντες", μνημονεύονται σε κάθε ιερουργία. Ας μην ξεχνούμε ότι και οι ψάλτες αντιπροσωπεύουν τον λαό, το πλήρωμα της Εκκλησίας, του οποίου την μελωδία εκτελούν, ως άριστα εκπαιδευμένοι και μυημένοι στην αρχέγονη αυτή τέχνη της πατρώας εκκλησιαστικής μουσικής, που αποτελεί συνέχεια και εξέλιξη της αρχαίας ελληνικής μουσικής, υπηρετώντας την επί χρόνια με σεβασμό, μεράκι, θυσίες, ταλαιπωρία σωματική και με πνεύμα αυτοθυσίας, μη λογιζόμενοι τον κόπο και τον καιρό που αφιέρωσαν, ψυχή και σώματι.
Για αυτό και η ίδια η Εκκλησία μας έχει θεσπίσει τον τιμητικό θεσμό των οφφικίων, που πρώτη αποδίδει η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο, σε ανθρώπους που όχι μόνο καλλιέργησαν το χάρισμα της ψαλμωδίας αλλά αγωνίστηκαν σε όλη τους τη ζωή για την διάδοση της μουσικής μας και την διάσωσή της από θύραθεν εξωτερικά στοιχεία, και εργάστηκαν κοπιωδώς ώστε να περάσει στις επόμενες γενιές η μουσική μας, αλώβητη.  
Μια τέτοια λοιπόν ευκαιρία και μεγάλη τιμή, έζησε και το φιλέορτο εκκλησίασμα των εξωκκλησίων στην Σκιάθο, κατά την ημέρα της Μεταμορφώσεως, όταν παρευρέθη ως επισκέπτης του νησιού, ο κ. Γεώργιος Επαμ. Χατζηχρόνογλου, ο οποίος είναι Άρχων Υμνωδός της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, και υπηρετεί ως Πρωτοψάλτης στον Ιερό Ναό Φανερωμένης Χολαργού, της Iεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών.
Ο κ. Χατζηχρόνογλου, του οποίου το πλούσιο βιογραφικό θα παρουσιάσουμε παρακάτω, τίμησε το αναλόγιο του Χριστού στο Κάστρο, συμψάλλοντας με τον κ. Κωνσταντίνο Κουτούμπα, πρωτοψάλτη του Ι. Μ. Ν. Τριών Ιεραρχών Σκιάθου και τους μαθητές του, στο Εσπερινό της Εορτής της Μεταμορφώσεως, ευφραίνοντας με την μελωδικότητά του και την άριστη και βαθιά εκκλησιαστική ερμηνεία του το φιλέορτο εκκλησίασμα.
Ο κ. Γ. Χατζηχρόνογλου γεννήθηκε στη Θήβα το 1946. Από οικογενειακή παράδοση ασχολήθηκε με τη Βυζαντινή Εκκλησιαστική Μουσική και από το 1962 ψάλλει επίσημα σε διάφορους Ι. Ναούς. Είναι κάτοχος διπλώματος Βυζαντινής Μουσικής από το Ωδείο «Ρωμανός ο μελωδός» με βαθμό άριστα και Α´ βραβείο. Διδάσκαλοί του υπήρξαν οι Γεώργιος Σταμέλος, Κωνσταντίνος Πατριαρχέας, Κωνσταντίνος Κατσούλης και Μανώλης Χατζημάρκου. Διδάσκει Βυζαντινή Εκκλησιαστική Μουσική και παραδοσιακά τραγούδια σε τρία ανεγνωρισμένα Ωδεία. Ιδρυτής και χοράρχης της ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΧΟΡΩΔΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ, συνιδρυτής και χοράρχης επί σειράν ετών της πολυμελούς χορωδίας  ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΒΟΙΩΤΙΑΣ. 1992 – 2009 προσέφερε τις υπηρεσίες του αφιλοκερδώς ως παραγωγός μουσικών εκπομπών στο ραδιοφωνικό σταθμό της Εκκλησίας της Ελλάδος. Διευθύνων Σύμβουλος της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας «Μορφωτικό Μουσικολογικό Ίδρυμα». Κατά καιρούς υπήρξε διοικητικό στέλεχος ιεροψαλτικών συλλόγων αλλά και αιρετός νομαρχιακός σύμβουλος Βοιωτίας. Έχει διατελέσει μέλος Συνοδικών Επιτροπών της Εκκλησίας της Ελλάδος και επιτροπών του Υπουργείου Πολιτισμού. Ως μονωδός ή χοράρχης έχει πραγματοποιήσει εμφανίσεις στην ελληνική και ξένη ραδιοφωνία και τηλεόραση και σε εκλεκτούς πολιτιστικούς χώρους όπως το Παλλάς, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, η αίθουσα Παρνασσός, το Πανεπιστήμιο Αθηνών, η Λυρική Σκηνή, το Ηρώδειο, το θέατρο των Δελφών, το θέατρο της μικρής Επιδαύρου, το Πανεπιστήμιο της Περούτζια, η όπερα της Φραγκφούρτης, Στουτγκάρδη, Κύπρος, Κωνσταντινούπολη, Τσεχία, Πολωνία, Βουλγαρία, Μόντρεαλ, Μαϊάμι, Πίτσμπουργκ κ.α. Εκτός από τις συνεργασίες του με καταξιωμένους ιεροψάλτες, έχει συνεργαστεί και με συνθέτες και μουσικούς έντεχνου και παραδοσιακού τραγουδιού όπως ο Γιάννης Μαρκόπουλος, Σταμάτης Κραουνάκης, Χρ. Αηδονίδης, Σοφ. Κολλητήρη, Νικος Σαραγούδας, Στάθης Κουκουλάρης, Χρ. Παπαδόπουλος και πολλοί άλλοι. Στο συγγραφικό του έργο συγκαταλέγονται Τα Προσόμοια, το πεντάτομο έργο Μαθήματα Βυζαντινής Εκλλησιαστικής Μουσικής και οι Δοξολογίες. Κυκλοφορούν αρκετά δικά του CD με βυζαντινούς ύμνους και δύο με παραδοσιακά τραγούδια. Συνέθεσε μουσικοθρησκευτικά Ορατόρια, μελοποίησε ποιήματα ελλήνων ποιητών και ωδές του Πινδάρου. Δικές του συνθέσεις αποτελούν τα Ανοιξαντάρια σε τρίτο ήχο, τα Αλληλουάρια των Αποστόλων, 30 Δοξολογίες σύντομες-αργοσύντομες (αι τερπναί ) δύο σειρές λειτουργικά κ.α. Τιμήθηκε από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, επί μακαριστού αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, με την ανώτατη διάκριση, τον χρυσούν σταυρό του Αποστόλου Παύλου. Του απενεμήθη το οφφίκιο του Άρχοντος Υμνωδού της Αγίας Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Γυμναστής στο επάγγελμα και πτυχιούχος φυσικοθεραπευτής, υπηρέτησε στη Μέση Εκπαίδευση ως καθηγητής φυσ. αγωγής  και κατόπιν αποσπάστηκε στο ΤΕΦΑΑ Αθηνών, όπου επί δεκαοκτώ έτη δίδαξε το γνωστικό αντικείμενο της προπονησιολογίας του στίβου  (για τις ανάγκες του οποίου συνέγραψε δύο πανεπιστημιακά βοηθήματα ) και κατόπιν μεταπήδησε στο μάθημα φιλοσοφία του αθλητισμού βοηθός του καθηγητού φιλοσοφίας dr. Γεωργίου Φαράντου. Συνταξιοδοτήθηκε ως Σχολικός Σύμβουλος Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Ως νέος ασχολήθηκε με τον αθλητισμό και επί σειράν ετών διακρίθηκε ως πρωταθλητής Ελλάδος και διεθνής αθλητής στο σκληρό αγώνισμα του δεκάθλου. Αργότερα προσέφερε τις υπηρεσίες του ως εθνικός προπονητής στίβου της Ελλάδος και ομοσπονδιακός προπονητής της Κύπρου. Από το 1992 ασχολείται αποκλειστικά με τη Βυζαντινή Εκκλησιαστική Μουσική, αλλά και με οτιδήποτε έχει σχέση γενικά με την ελληνική μουσική[1].
Εδώ και 11 χρόνια ασχολείται αποκλειστικά με την Βυζαντινή Εκκλησιαστική Μουσική και την μουσική παράδοση του λαού μας, την οποία πιστεύει ακράδαντα πως πρέπει να την ξαναπάρουν στα χέρια τους οι ψάλτες και να την διδάξουν, όπως γινόταν παλιά[2].







[1] Πηγή: http://www.sholi.gr/byzantine_music/georgios-chatzichronoglou/
[2] Πηγή: https://www.ieropsaltis.com/psalt_Xatzixronoglou.htm

Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2019

Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου


(Απὸ τὸ ὁμώνυμο διήγημα τοῦ Ἀλ. Παπαδιαμάντη, αὐγοτέμπερα σὲ ξύλο, διὰ χειρὸς Κωνσταντίνου Κουτούμπα). 


ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη


Ἀνάμεσα εἰς συντρίμματα καὶ ἐρείπια, λείψανα παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων ἐν μέσῳ ἀγριοσυκῶν, μορεῶν μὲ ἐρυθροὺς καρπούς, εἰς ἔρημον τόπον, ἀπόκρημνον ἀκτὴν πρὸς μίαν παραλίαν βορειοδυτικὴν τῆς νήσου, ὅπου τὴν νύκτα ἑπόμενον ἦτο νὰ βγαίνουν καὶ πολλὰ φαντάσματα, εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων, σκιαὶ ἐπιστρέφουσαι, καθὼς λέγουν, ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα, ἀφήνουσαι κενὰς οἰμωγὰς εἰς τὴν ἐρημίαν, θρηνοῦσαι τὸ πάλαι ποτὲ πρόσκαιρον σκήνωμά των εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον ― ἐκεῖ ανάμεσα ἐσώζετο ἀκόμη ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Δὲν ὑπῆρχε πλέον οἰκία ὀρθή, δὲν ὑπῆρχε στέγη καὶ ἄσυλον, εἰς ὅλον τὸ ὀροπέδιον ἐκεῖνο, παρὰ τὴν ἀπορρῶγα ἀκτήν. Μόνος ὁ μικρὸς ναΐσκος ὑπῆρχε, καὶ εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου ὁ Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας εἶχε κτίσει μικρὸν ὑπόστεγον, καλύβην μᾶλλον ἢ οἰκίαν, λαβὼν τὴν ξυλείαν, ὅσην ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ, καί τινας λίθους ἀπὸ τὰ τόσα τριγύρω ἐρείπια, διὰ νὰ στεγάζεται προχείρως ἐκεῖ καὶ καπνίζῃ ἀκατακρίτως τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν*, ἔξω τοῦ ναοῦ, ὁ φιλέρημος γέρων.
Ὁ ναΐσκος ἦτο ἰδιόκτητος· πρᾶγμα σπάνιον εἰς τὸν τόπον, λείψανον παλαιοῦ θεσμοῦ· ἦτον κτῆμα αὐτοῦ τοῦ γέροντος Φραγκούλα. Ὁ ἀξιότιμος πρεσβύτης, φέρων ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα προεστοῦ, ὡραῖον φέσι τοῦ Τουνεζίου, ἐπανωβράκι* τσόχινον, μὲ ζώνην πλατεῖαν κεντητήν, μακρὰν τσιμπούκαν μὲ ἠλέκτρινον μαμέν, καὶ κρατῶν μὲ τὴν ἀριστερὰν ἠλέκτρινον μακρὸν κομβολόγιον, δὲν ἦτο καὶ πολὺ γέρων, ὣς πενηνταπέντε χρόνων ἄνθρωπος. Κατήγετο ἀπὸ τὴν ἀρχαιοτέραν καὶ πλέον γνησίως αὐτόχθονα οἰκογένειαν τοῦ τόπου. Ἦτον ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας εὐσταλής, ὑψηλός, λεπτὸς τὴν μέσην, μελαχροινός, μὲ ἁδροὺς χαρακτῆρας τοῦ προσώπου, δασείας ὀφρῦς, ὀφθαλμοὺς μεγάλους, ὀγκώδη ρῖνα, χονδρὰ χείλη προέχοντα. Ἠγάπα πολὺ τὰ μουσικά, τά τε ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὰ ἐξωτερικά, ὑπῆρξε δὲ μὲ τὴν χονδρὴν ἀλλὰ παθητικὴν φωνήν του ψάλτης καὶ τραγουδιστὴς εἰς τὸν καιρόν του μέχρι γήρατος.
Τὴν Σινιώραν, ὡραίαν νέαν, λεπτοφυῆ, λευκοτάτην, τὴν εἶχε νυμφευθῆ ἀπὸ ἔρωτα. Ἤδη εἶχε συζήσει μαζί της ὑπὲρ τὰ εἴκοσι πέντε ἔτη, καὶ εἶχεν ἀποκτήσει τέσσαρας υἱοὺς καὶ τρεῖς θυγατέρας. Ἀλλὰ τώρα, εἰς τὸν οὐδὸν τοῦ γήρατος, δὲν συνέζη πλέον μαζί της.
Εἶχε χωρίσει ἅπαξ ἤδη, ἀφοῦ ἐγεννήθησαν τὰ τέσσαρα πρῶτα παιδία, δύο υἱοὶ καὶ δύο θυγατέρες· ὁ πρῶτος οὗτος χωρισμὸς διήρκεσεν ἐπί τινας μῆνας. Εἶτα ἐπῆλθε συνδιαλλαγὴ καὶ συμβίωσις πάλιν. Τότε ἐγεννήθησαν ἄλλα δύο τέκνα, υἱὸς καὶ θυγάτριον. Εἶτα ἐπῆλθε δεύτερος χωρισμός, ὑπὲρ τὸ ἔτος διαρκέσας. Μετὰ τὸν χωρισμόν, δευτέρα συνδιαλλαγη. Τότε ἐγεννήθη ὁ τελευταῖος υἱός. Ἀκολούθως ἐπῆλθε μακρὸς χωρισμὸς μεταξὺ τῶν συζύγων. Ὁ τελευταῖος οὗτος χωρισμός, μετὰ πολλὰς ἀγόνους ἀποπείρας συνδιαλλαγῆς, διήρκει ἤδη ἀπὸ τριῶν ἐτῶν καὶ ἡμίσεος. Δὲν ἦτο πλέον φόβος νὰ γεννηθοῦν ἄλλα τέκνα. Ἡ Σινιώρα ἦτον ὑπερτεσσαρακοντοῦτις ἤδη.
*

* *

Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, τῆς 13 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 186… ἐκάθητο μόνος, ὁλομόναχος, ἔξω τοῦ ναΐσκου, εἰς τὸ προαύλιον, ἔμπροσθεν τῆς καλύβης τὴν ὁποίαν εἶχε κτίσει, ἐκάπνιζε τὸ τσιμπούκι του, κ᾿ ἐρρέμβαζεν. Ὁ καπνὸς ἀπὸ τὸν λουλὰν ἀνέθρῳσκε καὶ ἀνέβαινεν εἰς κυανοῦς κύκλους εἰς τὸ κενόν, καὶ οἱ λογισμοὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐφαίνοντο νὰ παρακολουθοῦν τοὺς κύκλους τοῦ καπνοῦ, καὶ νὰ χάνωνται μετ᾿ αὐτῶν εἰς τὸ ἀχανές, τὸ ἄπειρον. Τί ἐσκέπτετο;
Βεβαίως, τὴν σύζυγόν του, μὲ τὴν ὁποίαν ἦσαν εἰς διάστασιν, καὶ τὰ τέκνα του, τὰ ὁποῖα σπανίως ἔβλεπεν. Ἐσχάτως τοῦ εἶχον παρουσιασθῆ, πρώτην φορὰν εἰς τὴν ζωήν του, καὶ οἰκονομικαὶ στενοχωρίαι. Ὁ Φραγκούλας ἦτο μεγαλοκτηματίας. Εἶχε παμπόλλους ἐλαιῶνας, ἀμπέλια ἀρκετά, καὶ χωράφια ἀμέτρητα. Μόνον ἀπὸ τὸν ἀντίσπορον τῶν χωραφίων ἠμποροῦσε νὰ μὴν ἀγοράζῃ ψωμὶ δι᾿ ὅλου τοῦ ἔτους, αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του. Οἱ δὲ ἐλαιῶνες, ὅταν ἐκαρποφόρουν, ἔδιδον ἀρκετὸν εἰσόδημα. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ δὲν εἰργάζετο ποτὲ μόνος του, τὰ ἔξοδα «τὸν ἔτρωγαν»! Εἶτα αὐξανομένης τῆς οἰκογενείας, συνηυξάνοντο καὶ αἱ ἀνάγκαι. Καὶ ὅσον ηὔξανον τὰ ἔξοδα, τόσον τὰ ἔσοδα ἠλαττοῦντο. Ἦλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», ἀφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι. Εἶτα, διὰ πρώτην φοράν, ἔλαβεν ἀνάγκην μικρῶν δανείων. Δὲν ἐφαντάζετο ποτὲ ὅτι μία μικρὰ κάμπη ἀρκεῖ διὰ νὰ καταστρέψῃ ὁλόκληρον φυτείαν. Ἀπηυθύνθη εἰς ἕνα τοκογλύφον τοῦ τόπου.
Οἱ τοιοῦτοι ἦσαν ἄνθρωποι «φερτοί», ἀπ᾿ ἔξω, καὶ ὅταν κατέφυγον εἰς τὸν τόπον, ἐν ὥρᾳ συμφορᾶς καὶ ἀνεμοζάλης, κατὰ τὴν Μεγάλην Ἐπανάστασιν ἢ κατὰ τὰ ἄλλα κινήματα τὰ πρὸ αὐτῆς, ἀρχομένης τῆς ἑκατονταετηρίδος, κανεὶς δὲν ἔδωκε προσοχὴν καὶ σημασίαν εἰς αὐτούς.
Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ οἱ ἐντόπιοι εἶχον ἀποκλειστικὴν προσήλωσιν εἰς τὰ κτήματα, οὗτοι, οἱ ἐπήλυδες, ὡς πράττουσιν ὅλοι οἱ φύσει καὶ θέσει Ἑβραῖοι, ἔδωκαν ὅλην τὴν σημασίαν καὶ τὴν προσοχήν των εἰς τὰ χρήματα. Ἤνοιξαν ἐργαστήρια, μαγαζεῖα, κ᾿ ἐμπορεύοντο, κ᾿ ἐχρηματίζοντο. Εἶτα ἦλθεν ὥρα, ὅπως καὶ τώρα καὶ πάντοτε συμβαίνει, ὁπότε οἱ ἐντόπιοι ἔλαβον ἀνάγκην τῶν χρημάτων, καὶ τότε ἤρχισαν νὰ ὑποθηκεύουν τὰ κτήματα. Ἑωσότου παρῆλθε μία γενεά, ἢ μία καὶ ἡμίσεια, καὶ τὰ χρήματα ἐπέστρεψαν εἰς τοὺς δανειστάς, συμπαραλαβόντα μεθ᾿ ἑαυτῶν καὶ τὰ κτήματα.
Ἕως τότε δὲν εἶχε συλλογισθῆ τοιαῦτα πράγματα ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας, οὔτε τὸν ἔμελε ποτέ του περὶ χρημάτων. Ἀλλ᾿ ἐπ᾿ ἐσχάτων, εἶχε λάβει ἀνάγκην καὶ δευτέρου καὶ τρίτου δανείου, καὶ οἱ δανεισταὶ προθύμως τοῦ ἔδιδαν, ἀλλ᾿ ἀπῄτουν νὰ τοὺς καθιστᾷ ὑπέγγυα τὰ καλύτερα κτήματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἕκαστον εἶχε, κατ᾿ αὐτὸν ἐκτιμητήν, δεκαπλασίαν ἀξίαν τοῦ ποσοῦ τοῦ δανειζομένου. Πλὴν φεῦ! αὐτὸς δὲν ἦτο ὁ μόνος καημός του…
Ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας δὲν ἐφόρει πλέον τὸ ὡραῖόν του μαῦρον φέσι, τὸ τουνεζιάνικον· ἔφερεν οἰκιακὸν μαῦρον σκοῦφον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς. Ἀλλ᾿ εὑρίσκετο σήμερον εἰς τὴν ἐξοχήν. Ἐὰν τὸν συνηντῶμεν τὴν προτεραίαν εἰς τὴν ἀγοράν, κάτω εἰς τὴν πολίχνην, θὰ ἐβλέπομεν ὅτι εἶχε βάψει μαῦρον τὸ φέσι του… Εἶχε πρόσφατον πένθος.
*

* *

«Ἄχ! Τό ᾽χασα, τὸ καημένο μ᾿, τὸ εὐάγωγο, τό ᾽χασα!»
Ὁ γερο-Φραγκούλης ἐστέναξε, καὶ εἶχε δίκαιον νὰ στενάξῃ. Τὸ καλύτερον κοράσιόν του, τὸ τρίτον, τὸ μικρότερον, δεκατετραετὲς μόλις τὴν ἡλικίαν ―τὸ ὁποῖον εἶχε γεννηθῆ κατά τι διάλειμμα ἔρωτος μεταξὺ δύο χωρισμῶν― τοῦ εἶχεν ἀποθάνει πρὸ ὀλίγων μηνῶν…
Καὶ αὐτὸς ἦλθεν εἰς τὴν Παναγίαν, διὰ νὰ κλαύσῃ καὶ νὰ πῇ τὸν πόνον του. Ἦτον κτῆμά του ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Τὸ ἐκκλησίδιον ἦτον εὐπρεπέστατον, ὡραῖα στολισμένον καὶ εἶχε καλὰς εἰκόνας, καὶ μάλιστα τὴν φερώνυμον, τὴν γλυκεῖαν Παναγίαν τὴν Πρέκλαν, σκαλιστὸν χρυσωμένον τέμπλον, πολυέλεον καὶ μανουάλια ὀρειχάλκινα, κανδήλια ἀργυρᾶ. Ἔφερε πάντοτε ὁ ἰδιοκτήτης μαζί του τὴν βαρεῖαν ὑπερμεγέθη κλεῖδα τῆς δρυΐνης θύρας τῆς στερεᾶς, καὶ δὲν ἔλειπε συχνὰ νὰ ἐπισκέπτεται τὴν Παναγίαν του· ἱερόσυλος εὐτυχῶς κανεὶς ἀκόμη δὲν εἶχεν ἀναφανῆ εἰς τὰ μέρη αὐτά.

Ἡ Ἱ. Εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας, τὴν ὁποῖα περιγράφει ὁ Αλ. Παπαδιαμάντης. Ἡ ὀνομασία της προφανῶς ἀποτελεῖ ἐπιρροὴ λατινική, καὶ πιθανῶς προέρχεται ἀπὸ τὴν λέξη preclarus=ὑπερένδοξος. Ἔργο Ἀντωνίου Ἱεροδιακόνου τοῦ Κρητός, ΑΧΝΒ (1652). Φυλάσσεται στὸν Μητροπολιτικὸ Ἱ Ναὸ Τριῶν Ἰεραρχῶν Σκιάθου.

Ἦτον ἡ προπαραμονὴ τῆς ἑορτῆς, ὅτε θὰ ἐτελεῖτο πανήγυρις εἰς τὸν ναΐσκον, τιμώμενον ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς Κοιμήσεως. Θὰ ἤρχοντο ἀπὸ τὸν τόπον πολλαὶ οἰκογένειαι καὶ ἄτομα, δωδεκάδες τινὲς προσκυνητῶν καὶ πανηγυριστῶν, καὶ ὁ παπα-Νικόλας, ὁ συμπέθερός του. Εἰς τὸν παπα-Νικόλαν ὁ Φραγκούλας ἔδιδε διὰ τὸν κόπον του ἓν τάλληρον, περιπλέον δὲ εἰσέπραττεν ὁ παπὰς διὰ λογαριασμόν του τὰς δεκάρας, ὅσας ἔδιδαν αἱ γυναῖκες «διὰ νὰ γράψουν τὰ ὀνόματα» ἢ τὰ «ψυχοχάρτια».
Ὅλα τ᾿ ἄλλα, προσφοράς, ἀρτοκλασίας, πώλησιν κηρίων, κτλ. τὰ εἰσέπραττεν ὁ Φραγκούλας ὡς εἰσόδημα ἰδικόν του…
Καὶ τώρα τοὺς ἐπερίμενε νὰ ἔλθουν πάλιν… καὶ ἀνελογίζετο πῶς ἄλλοτε, ὅταν ἦτον νέος ἀκόμη, μετὰ τὸν πρῶτον χωρισμὸν ἀπὸ τὴν γυναῖκά του, ἡ πανήγυρις αὐτὴ τῆς Παναγίας τῆς Κοιμήσεως ἔγινεν ἀφορμὴ διὰ νὰ ἐπέλθῃ συνδιαλλαγὴ μετὰ τῆς γυναικός του. Κατόπιν τῆς συνδιαλλαγῆς ἐκείνης ἐγεννήθη ὁ τρίτος υἱός, καὶ τὸ Κουμπώ, τὸ θυγάτριον τὸ ὁποῖον ἐθρήνει τώρα ὁ γερο-Φραγκούλας…
«Τό ᾽χασα τὸ καημένο μου, τὸ εὐάγωγο, τό ᾽χασα!…»
Ὤ, δὲν ἐλυπεῖτο τώρα τόσον πολὺ τὸν ἀπὸ τῆς γυναικός του χωρισμόν ―τὴν ὁποίαν ἄλλως τρυφερῶς ἠγάπα― ὅσον ἐθρήνει τὴν σκληρὰν ἀπώλειαν ἐκείνην τῆς κορασίδος, τὴν ὁποίαν εἰς τὸν ἄλλον κόσμον ἤλπιζε μόνον νὰ ἐπανεύρῃ… Καὶ κατενύσσετο πολὺ ἡ καρδία του κ᾿ ἐθλίβετο… Καὶ ἀνελογίσθη ὅτι τὸ πάλαι ἐδῶ οἱ χριστιανοί, ὅσοι ἦσαν ὡς αὐτὸς τεθλιμμένοι, εἰς τὸν ναΐσκον αὐτὸν τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας, ἤρχοντο τὰς ἡμέρας αὐτὰς νὰ εὕρωσι, διὰ τῆς ἐγκρατείας καὶ τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ ἱεροῦ ᾄσματος, ἀναψυχὴν καὶ παραμυθίαν… Τὸν παλαιὸν καιρόν, πρὸ τοῦ Εἰκοσιένα, ὅταν τὸ σήμερον ἔρημον καὶ κατηρειπωμένον χωρίον ἐκατοικεῖτο ἀκόμη, ὅλοι οἱ κάτοικοι καὶ τῶν δύο ἐνοριῶν ἤρχοντο εἰς τὸν ναὸν τῆς Πρέκλας, ὅστις ἦτο ἁπλοῦν παρεκκλήσιον, ν᾿ ἀκούσωσι τὰς ψαλλομένας Παρακλήσεις, καθ᾿ ὅλον τὸν Δεκαπενταύγουστον…
Ἄφησεν εἰς τὴν ἄκρην τὸ τσιμπούκι, τὸ ὁποῖον εἶχε σβήσει ἤδη ἀνεπαισθήτως, ἐν μέσῳ τῆς ἀλλοφροσύνης καὶ τῶν ρεμβασμῶν τοῦ καπνιστοῦ, καὶ ἀκουσίως ἤρχισε νὰ ὑποψάλλῃ.
Ἔλεγε τὸν Μέγαν Παρακλητικὸν κανόνα τὸν εἰς τὴν Παναγίαν, ὅπου διεκτραγῳδοῦνται τὰ παθήματα καὶ τὰ βάσανα μιᾶς ψυχῆς, καὶ τὴν σειρὰν ὅλην τῶν κατανυκτικῶν ὕμνων, ὅπου εἷς βασιλεὺς Ἕλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, ἀπὸ Λατίνους καὶ Ἄραβας καὶ τοὺς ἰδικούς του, διεκτραγῳδεῖ πρὸς τὴν Παναγίαν τοὺς ἰδίους πόνους του, καὶ τοὺς διωγμοὺς ὅσους ὑπέφερεν ἀπὸ τὰ στίφη τῶν βαρβάρων, τὰ ὁποῖα ὀνομάζει νέφη.
Εἶτα, κατὰ μικρόν, ἀφοῦ εἶπεν ὅσα τροπάρια ἐνθυμεῖτο ἀπὸ στήθους, ὕψωσεν ἀκουσίως τὴν φωνήν, καὶ ἤρχισε νὰ μέλπῃ τὸ ἀθάνατον ἐκεῖνο:
«Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε,

Γεθσημανῇ τῷ χωρίῳ, κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα.
 Καὶ σύ, Υἱὲ καὶ Θεέ μου, παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα».

… Καὶ εἶτα προσέτι, παρεκάλει διὰ τοῦ ᾄσματος τὴν Παναγίαν, νὰ εἶναι μεσίτρια πρὸς τὸν Θεόν, «μὴ μοῦ ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων…» Ὤ, αὐτὸ εἶχε τὴν δύναμιν καὶ τὸ προνόμιον νὰ κάμνῃ πολλὰ ζεύγη ὀφθαλμῶν νὰ κλαίωσι τὸν παλαιὸν καιρόν, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἔκλαιον ἀκόμη ἑκούσια δάκρυα ἐκ συναισθήσεως…
Ὁ γερο-Φραγκούλας ἐπίστευε καὶ ἔκλαιεν… Ὤ, ναί, ἦτον ἄνθρωπος ἀσθενής· ἠγάπα καὶ ἡμάρτανε καὶ μετενόει… Ἠγάπα τὴν θρησκείαν, ἠγάπα καὶ τὴν σύζυγον καὶ τὰ τέκνα του, ἐπόθει ἀκόμη τὸν συζυγικὸν βίον, ἐπόθει καὶ τὸν βίον τὸν μοναχικόν. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἶχεν ἀγαπήσει ἐξ ὅλης καρδίας τὴν Σινιωρίτσαν του… καὶ τὴν ἠγάπα ἀκόμη. Ἀλλ᾿ ὅσον τρυφερὸς ἦτο εἰς τὸν ἔρωτα, τόσον εὐεπίφορος εἰς τὸ πεῖσμα, καὶ τόσον γοργὸς εἰς ὀργήν. Ὤ! ἀτέλειαι τῶν ἀνθρώπων.
Τώρα, εἰς τοὺς τελευταίους χρόνους, εἶχε γνωρίσει ἀκόμη καὶ τὴν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν, τὸ παράπονον τῆς ξεπεσμένης ἀρχοντιᾶς, τὰς πιέσεις καὶ τὰς ἀπειλὰς τῶν τοκογλύφων. «Τὸ διάφορο, κεφάλι*! τὸ διάφορο, κεφάλι!» Ἐπὶ τέσσαρας ἐνιαυτοὺς ἦτο ἀφορία, αἱ ἐλαῖαι δὲν ἐκαρποφόρησαν· ὁ καρπὸς εἶχε προσβληθῆ ἀπὸ ἄγνωστον ἀσθένειαν, διὰ τὰς ἁμαρτίας τῶν ἰδιοκτητῶν. Εἶχαν κιτρινίσει καὶ μαυρίσει αἱ ἐλαῖαι, καὶ ἦσαν γεμᾶται ἀπὸ βοῦλες, καὶ εἶχαν πέσει ἄκαιρα. Τόσα «ὑποστατικά», τόσα «μούλκια»*, τόσο «βιός», ἀγύριστα* κτήματα, σχεδὸν τσιφλίκια, ἠπειλοῦντο νὰ περιέλθωσιν εἰς χεῖρας τῶν τοκογλύφων. ― Ἐγέννα ἢ ὄχι ἡ γῆ, ἐκαρποφόρουν ἢ ὄχι τὰ δένδρα, ὁ τόκος δὲν ἔπαυε. Τὰ κεφάλαια «ἔτικτον». Ἔπαυσε νὰ τίκτῃ ἡ γόνιμος (ὅπως λέγει ὁ Ἅγ. Βασίλειος), ἀφοῦ τὰ ἄγονα ἤρχισαν κ᾿ ἐξηκολούθουν νὰ τίκτουν…
Ἀνελογίζετο αὐτά, κ᾿ ἔκλαιεν ἡ ψυχή του. Δὲν ἤλπιζε πλέον, οὔτε ηὔχετο σχεδόν, νὰ ἤρχετο ἡ Σινιωρίτσα αὔριον, εἰς τὴν πανήγυριν, ὅπως ἤρχετο τακτικὰ κάθε χρόνον, ἄλλοτε, ὅταν ἦσαν «μονοιασμένοι» ― ὅπως εἶχεν ἔλθει καὶ ἅπαξ, εἰς καιρὸν ὁποὺ εὑρίσκοντο χωρισμένοι, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν… Τώρα μόνον ἡ ψυχὴ τῆς Κούμπως, τῆς ἀθῴας μικρᾶς παρθένου, εἴθε νὰ παρίστατο ἀοράτως εἰς τὴν πανήγυριν, ἀγαλλομένη.
Ὤ! ἄλλοτε, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν, πρὶν γεννηθῇ ἀκόμη ἡ Κούμπω ― ναί, ἡ Παναγία εἶχε δωρήσει τὸ ἁβρὸν ἐκεῖνο ἄνθος εἰς τὸν Φραγκούλην καὶ τὴν Σινιώραν, καὶ ἡ Παναγία πάλιν τὸ εἶχε δρέψει καὶ τὸ εἶχεν ἀναλάβει πλησίον της, πρὶν μολυνθῇ ἐκ τῆς ἐπαφῆς τῶν ματαίων τοῦ κόσμου… Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἶχε συμβῆ ὁ πρῶτος χωρισμός, τὸ πρῶτον πεῖσμα, τὸ πρῶτον κάκιωμα μεταξὺ τῶν συζύγων. Καὶ ὁ Φραγκούλης, θυμώδης, ὀξύχολος, δριμύς, εἶχεν ἀναβῆ, ὅπως τώρα, ἀπὸ τὴν πολίχνην τὴν κατοικημένην εἰς τὸ παλαιὸν χωρίον τὸ ἔρημον, τοῦ ὁποίου ἐσώζοντο τότε ἀκόμη ὀλίγισται οἰκίαι, καὶ δὲν ἦτο ἐρείπιον ὅλον, ὅπως σήμερον. Καὶ καθὼς τώρα, εἶχεν ἔλθει δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς ἑορτῆς εἰς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Πρέκλας, ἐκάθητο δὲ εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ναΐσκου κ᾿ ἐκάπνιζε τὸ μακρὸν τσιμπούκι μὲ τὸ ἠλέκτρινον ἐπιστόμιον. Πλὴν τότε τὸ φέσι του ἦτο κατακόκκινον, καὶ τώρα ἐφόρει μαῦρον σκοῦφον… Καὶ τότε ὁ Φραγκούλης ἦτον σαράντα χρόνων, καὶ τώρα ἦτον πενηνταπέντε… Τότε ἔτρεφε πεῖσμα καὶ χολήν, ἀλλ᾿ εἶχε πολὺ περισσότερον καὶ βαθύτερον συζυγικὸν ἔρωτα, καὶ μόνον νύξιν ἤθελεν· ἦτον ἕτοιμος νὰ συγχωρήσῃ· καὶ ν᾿ ἀγαπήσῃ… Ἀλλὰ τώρα δὲν ἔχει πλέον οὔτε πεῖσμα σχεδὸν οὔτε ὀργήν, ἠγάπα τὴν Σινιώραν, τὴν ἐπόνει, ἀλλ᾿ ἔκλαιε πολὺ περισσότερον διὰ τὸ θυγάτριόν του, τὸ Κουμπώ, «τὸ καημένο, τὸ εὐάγωγο!»
Ἐκείνην τὴν φοράν, ὁ παπα-Νικόλας, ἅμα ἔφθασε τὴν παραμονήν, ἀκολουθούμενος ἀπὸ πλῆθος προσκυνητῶν διὰ τὴν πανήγυριν, ἐστάθη πλησίον τῆς θύρας τοῦ ναοῦ, παρὰ τὴν γωνίαν, καὶ τοῦ εἶπε μυστηριωδῶς:
― Θά ᾽χῃς μουσαφιρλίκια, θαρρῶ.
― Τί τρέχει, παπά; ἠρώτησε μειδιῶν ὁ Φραγκούλας, ὅστις ἐμάντευσε πάραυτα.
― Θὰ σοῦ ἔλθῃ τ᾿ ἀσκέρι… Κοίταξε, Φραγκούλη, φρόνιμα, χωρὶς πείσματα…
Ὁ παπάς, ἀσκέρι λέγων, ἐννοοῦσε προφανῶς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Φραγκούλα· ἀλλὰ τάχα μόνον τὰ παιδία τὰ δύο μεγαλύτερα ἐκ τῶν τεσσάρων; ― καθόσον τὰ ἄλλα δύο τὰ μικρά, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ κουβαληθοῦν εἰς διάστημα τριῶν ὡρῶν ὁδοιπορίας χωρὶς τὴν μητέρα των. Ὁ Φραγκούλης ἠθέλησε νὰ βεβαιωθῇ.
― Θά ᾽ρθῃ μαζὶ κ᾿ ἡ μάννα τους;
― Βέβαια… πιστεύω, εἶπεν ὁ παπάς.
*

* *

Τῷ ὄντι, ὅταν ἐβράδιασε καλά, καὶ ἤρχισε νὰ σκοτεινιάζῃ, ἡ κυρα-Σινιώρα ἦλθε, μαζὶ μὲ τὴν γραῖαν μητέρα της, καὶ μὲ τὰ τέσσαρα παιδιά της, ἐν συνοδίᾳ καὶ ἄλλων προσκυνητριῶν, γειτονισσῶν ἢ συγγενῶν της. Ἀπὸ πολλῶν μηνῶν δὲν εἶχεν ἰδεῖ τὸν σύζυγόν της, ὅστις εἶχε κατοικήσει χωριστά, ― εἰς εὐτελὲς δωμάτιον, χάριν ταπεινώσεως, τὸ ὁποῖον ὠνόμαζε «τὸ κελλί του», καὶ ἔζη ἀπὸ μηνῶν ὡς καλόγηρος. Ἐπλησίασε δειλή, κάτω νεύουσα· ὁ Φραγκούλης ἵστατο ἐκεῖ, παραπέρα ἀπὸ τὴν θύραν τῆς ἐκκλησίας, κ᾿ ἔκαμνε πὼς ἔβλεπεν ἀλλοῦ, καὶ πὼς ἐπρόσεχεν εἴς τινα ὁμιλίαν περὶ ἀγροτικῶν ὑποθέσεων, μεταξὺ δύο ἢ τριῶν χωρικῶν.
Ἡ Σινιώρα εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναΐσκον, ἐπροσκύνησεν, ἐκόλλησε κηρία, καὶ ἠσπάσθη τὰς εἰκόνας. Εἶτα, μετά τινα ὥραν, ἐξῆλθεν. Ἐπλησίασε συνεσταλμένη, κ᾿ ἐχαιρέτισε τὸν σύζυγόν της. Οὗτος ἔτεινε πρὸς αὐτὴν τὴν χεῖρα, καὶ ἠσπάσθη φιλοστόργως τὰ τέκνα του.
Ἤδη ἐνύκτωνε, καὶ ἐψάλη ὁ Μικρὸς Ἑσπερινός. Ἀκολούθως, μετὰ τὸ λιτὸν σαρακοστιανὸν τὸ ὁποῖον ἔφαγον κατὰ ὁμάδας καθίσαντες οἱ διάφοροι προσκυνηταί, ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, ἐπὶ τῶν χόρτων καὶ τῶν ἐρειπίων, ὁ Φραγκούλης ἡτοίμασεν ἰδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον, πρόχειρον, κατὰ μίμησιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα συνηθίζονται εἰς τὰ μοναστήρια, καὶ φέρων τρεῖς γύρους περὶ τὸν ναόν, τὸ ἔκρουσε μόνος του, πρῶτον εἰς τροχαϊκὸν ρυθμόν, «τὸν Ἀδάμ, Ἀδάμ, Ἀδάμ!» εἶτα εἰς ἰαμβικόν, «τὸ τάλαντον! τὸ τάλαντον!»
Εὐθὺς τότε, τὰ δύο παιδία τοῦ Φραγκούλα, καὶ πέντε ἢ ἓξ ἄλλοι μικροὶ μοσχομάγκαι, ἀνερριχήθησαν ἐπάνω εἰς τὴν στέγην τοῦ ναοῦ, ἄνωθεν τῆς θύρας, καὶ ἤρχισαν νὰ βαροῦν τρελά, ἀλύπητα, ἀχόρταστα, τὸν μικρὸν μισορραγισμένον κώδωνα, τὸν κρεμάμενον ἀπὸ δύο διχαλωτῶν ξύλων ἐκεῖ ἐπάνω. Ὕστερον ἀπὸ πολλὰς φωνάς, μαλώματα καὶ ἐπιπλήξεις τοῦ Φραγκούλα, τοῦ μπαρμπα-Δημητροῦ τοῦ ψάλτου, καὶ τοῦ Παναγιώτου τῆς Ἀντωνίτσας (ἑνὸς καλοῦ χωρικοῦ, ὅστις δὲν ἐκουράζετο νὰ τρέχῃ εἰς ὅλα τὰ ἐξωκκλήσια, καὶ νὰ κάμνῃ «κουμάντο», ἑωσοῦ ἐπὶ τέλους ἡ Δημαρχία ἠναγκάσθη νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ ὡς ἰσόβιον ἐπίτροπον ὅλων τῶν ἐξοχικῶν ναῶν), τὰ παιδία μόλις ἔπαυσαν ὀψέποτε νὰ κρούουν τὸν κώδωνα, κ᾿ ἐξεκόλλησαν τέλος ἀπὸ τὴν στέγην τοῦ ναΐσκου. Ὁ παπα-Νικόλας ἔβαλεν εὐλογητόν, καὶ ἤρχισεν ἡ ἀκολουθία τῆς Ἀγρυπνίας.

Ὁ νεώτερος ἐφημέριος τῶν Τριών Ἰεραρχῶν Σκιάθου, π. Νικόλαος Σταματᾶς, τελὼν τὴν ὑπαίθρια Ἀγρυπνία στα ἐρείπια τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Φωτογραφία ἀρχείου Κων. Κουτούμπα.

Ὁ Φραγκούλας ἦτο τόσον εὐδιάθετος ἐκείνην τὴν ἑσπέραν, ὥστε ἀπὸ τοῦ «Ἐλέησόν με ὁ Θεός», τῆς ἀρχῆς τοῦ Ἀποδείπνου, μέχρι τοῦ «Εἴη τὸ ὄνομα», εἰς τὸ τέλος τῆς Λειτουργίας ―ὅπου ἡ παννυχὶς διήρκεσεν ὀκτὼ ὥρας ἄνευ διαλείμματος― ὅλα τὰ ἔψαλε καὶ τὰ ἀπήγγειλε μόνος του ἀπὸ τοῦ δεξιοῦ χοροῦ, μόλις ἐπιτρέπων εἰς τὸν κὺρ Δημητρόν, τὸν κάτοχον τοῦ ἀριστεροῦ χοροῦ, νὰ λέγῃ κι αὐτὸς ἀπὸ κανένα τροπαράκι, διὰ νὰ ξενυστάξῃ. Ἔψαλε τὸ «Θεαρχίῳ νεύματι» καὶ εἰς τοὺς ὀκτὼ ἤχους μοναχός του, προφάσει ὅτι ὁ κὺρ Δημητρὸς «δὲν εὕρισκεν εὔκολα τὸν ἦχον», ἤτοι δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβῇ ἀβιάστως καὶ ἄνευ χασμωδίας ἀπὸ ἤχου εἰς ἦχον. Εἰς τὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ, μοναχός του ἐδιάβασε τὸ Συναξάρι, καί, χωρὶς νὰ πάρῃ ἀνασασμόν, μοναχός του πάλιν ἤρχισε τὸν Ἑξάψαλμον. Ἔψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Ἀναβαθμοὺς καὶ προκείμενα, εἶτα ὅλον τὸ «Πεποικιλμένη» ἕως τὸ «Συνέστειλε χορός», καὶ ὅλον τὸ «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου» ἕως τὸ «Δέχου παρ᾿ ἡμῶν». Εἶτα ἔψαλεν Αἴνους, Δοξολογίαν, ἐδιάβασεν Ὥρας καὶ Μετάληψιν, πρὸς χάριν ὅλων τῶν ἡτοιμασμένων διὰ τὴν Θείαν Κοινωνίαν, καὶ εἰς τὴν Λειτουργίαν πάλιν ὅλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, τὸ Χερουβικόν, τὸ «Αἱ γενεαὶ πᾶσαι», τὸ Κοινωνικόν, κτλ. κτλ.
Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐνθυμεῖτο ἀκόμη, ὡς νὰ ἦτον χθές, ὁ γερο-Φραγκούλας, καὶ εἶχον παρέλθει δεκαπέντε ἔτη ἔκτοτε. Ἀκόμη καὶ μικρά τινα φαιδρὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τὴν Λιτήν, μικρὸν πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, κατὰ τὴν ἔξοδον τῆς ἱερᾶς εἰκόνος εἰς τὸ ὕπαιθρον. Ἐπειδὴ αἱ γυναῖκες εἶχαν κολλήσει πολλὰ καὶ χονδρὰ κηρία, τὰ πλεῖστα ἔργα αὐτῶν τῶν ἰδίων χειρομάλακτα, τὰ δὲ κηρία συμπλεκόμενα εἰς δέσμας καὶ περιπλοκάδας ἀπὸ τὸν Παναγιώτην τῆς Ἀντωνίτσας, τὸν πρόθυμον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἱερᾶς πανηγύρεως, εἶχαν λαμπαδιάσει, εἰς μίαν στιγμὴν ὀλίγον ἔλειψε νὰ πάρῃ φωτιὰν τὸ φελόνι τοῦ παπᾶ, εἶτα καὶ τὸ γένειόν του. Τότε ὁ Παναγιώτης τῆς Ἀντωνίτσας, μὴ εὑρίσκων ἄλλο προχειρότερον μέσον, ἥρπαζε τὰς ὀγκώδεις δέσμας τῶν φλεγόντων κηρίων, τὰς ἔφερε κάτω εἰς τὸ ἔδαφος, κ᾿ ἐπάτει δυνατὰ μὲ τὰ τσαρούχια του διὰ νὰ τὰ σβήσῃ. Αἱ γυναῖκες δυσφοροῦσαι ἐγόγγυζον, νὰ μὴν πατῇ τὰ κηριά, γιατὶ εἶναι κρῖμα.
Τότε εἷς τῶν παρεστώτων, υἱὸς πλουσίου τοῦ τόπου, ἀπὸ ἐκείνους οἵτινες εἰς τὸ ὕστερον κατέστησαν δανεισταὶ τοῦ Φραγκούλα ―καὶ ὅστις ἐλέγετο ὅτι ἐμελέτα εἰς τὰς ἐκλογὰς νὰ βάλῃ κάλπην ὡς ὑποψήφιος δήμαρχος― ἠκούσθη νὰ λέγῃ ὅτι πρέπει νὰ μάθουν νὰ κάμνουν «οἰκονομία, οἰκονομία στὰ κηριά! ἡ νύχτα μεγαλώνει… ἰσημερία τώρα, κοντεύει… ἔχει νύχτα…»
Ἀλλ᾿ αἱ γυναῖκες, ἐνῷ ἤξευραν, καλύτερα ἀπὸ ἐκεῖνον, ὅλας τὰς οἰκονομίας τοῦ κόσμου, δὲν ἐννοοῦσαν τί θὰ πῇ «οἰκονομία στὰ κηριά», ἀφοῦ ἅπαξ εἶναι ἀγορασμένα καὶ πληρωμένα, καὶ εἶναι μελετημένα καὶ ταμένα ἐξ ἅπαντος νὰ καοῦν, διὰ τὴν χάριν τῆς Παναγίας. Μία ἀπ᾿ αὐτάς, γερόντισσα, ἀνεπόλησε κάτι τι δι᾿ ἕνα θαῦμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀκούσει ἀπὸ τὸ συναξάρι τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ὅπου ὁ Ἅγιος, εἰς τὴν Σαλονίκην, ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸν νεωκόρον, ἔχοντα τὴν μανίαν νὰ σβήνῃ μισοκαμένα τὰ κηριά ― καὶ ἡ γερόντισσα ἤρχισε νὰ τὸ διηγῆται χθαμαλῇ τῇ φωνῇ εἰς τὴν πλησίον της: «Ἀδελφὲ Ὀνήσιμε, ἄφες νὰ καοῦν τὰ κηρία, ὅσα προσφέρουν οἱ χριστιανοί, καὶ μὴ ἁμαρτάνῃς…»
Τὴν ἰδίαν ὥραν συνέβη καὶ τοῦτο. Ἐνῷ ὁ παπὰς ἀπήγγελλε τὰς μακρὰς αἰτήσεις τῆς Λιτῆς, ἐπισυνάπτων καὶ τὰ ὀνόματα ὅλα, ζωντανὰ καὶ πεθαμένα, ὅσα τοῦ εἶχον ὑπαγορεύσει ἀφ᾿ ἑσπέρας αἱ εὐλαβεῖς προσκυνήτριαι, ὁ Φραγκούλης ἔψαλλε μεγαλοφώνως τὸ τριπλοῦν «Κύριε Ἐλέησον» μὲ τὴν χονδρὴν φωνήν του, καὶ μὲ ὅλον τὸ πάθος τῆς ψαλτικῆς του. Τότε ὁ μπαρμπα-Δημητρός, ὅστις ἐφαίνετο νὰ εἶχε πειραχθῆ ὀλίγον, ἴσως διότι ὁ Φραγκούλας ἐν τῇ ψαλτομανίᾳ του δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ πῇ κ᾿ ἐκεῖνος ἕνα τροπαράκι σωστό (διότι ἅμα ἤρχιζεν ὁ Δημητρὸς τὸ δικό του, ὁ Φραγκούλας, μὲ τὴν γερήν, κεφαλικὴν φωνήν του, ἐκθύμως συνέψαλλε, τοῦ ἥρπαζε τὴν πρωτοφωνίαν, καὶ ὑπέτασσε καὶ ἐκάλυπτε τὴν ἀσθενῆ καὶ τερετίζουσαν φωνὴν ἐκείνου), ἔλαβε τὸ θάρρος νὰ τοῦ κάμῃ παρατήρησιν.
― Πιὸ σιγά, πιὸ ταπεινά, κὺρ Φραγκούλη· σιγανώτερα νὰ τὸ λὲς τὸ Κύριε ἐλέησον, γιατὶ δὲν ἀκούονται τὰ ὀνόματα, καὶ θέλουν οἱ γυναῖκες νὰ τ᾿ ἀκοῦνε.
Εἶχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αἱ γυναῖκες ἀπῄτουν νὰ λέγωνται ἐκφώνως τὰ ὀνόματα, ὅσα εἶχαν εἰπεῖ εἰς τὸν παπὰν νὰ γράψῃ. Ἐννοοῦσαν νὰ τ᾿ ἀκούῃ κι ὁ Θεὸς κ᾿ ἡ Παναγία κι ὅλος ὁ κόσμος. Ἡ καθεμία ἤθελε ν᾿ ἀκούσῃ «τὰ δικά της τὰ ὀνόματα», καὶ νὰ τ᾿ ἀναγνωρίσῃ, καθὼς ἀπηγγέλλοντο ἀραδιαστά. Ἄλλως θὰ εἶχαν παράπονα κατὰ τοῦ παπᾶ, κι ὁ παπὰς ἂν ἤθελε νὰ φάγῃ κι ἄλλοτε, εἰς τὸ μέλλον, προσφορές, ὤφειλε νὰ τὰ ἔχῃ καλὰ μὲ τὶς ἐνορίτισσες.
Τότε ἡ Ἀργυρή, ἡ πρωτότοκος τοῦ Φραγκούλα, οὖσα τότε δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθὼς ἔστεκε πλησίον εἰς τὸν πατέρα της, ἐψήλωσεν ὀλίγον διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ οὖς του, καὶ τοῦ λέγει κρυφά:
― Πατέρα, ἄφησε καὶ τὸν μπαρμπα-Δημητρὸ νὰ ψάλῃ «Κύριε ἐλέησον».
Τοῦτο ἦτο ὡς ἔμπνευσις καὶ βοήθημα διὰ τὸν Φραγκούλην. Ἐπειδὴ οὗτος δὲν ἤθελε φανερὰ νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν σχεδὸν αὐθάδη παραίνεσιν τοῦ Δημητροῦ, καὶ πάλιν δὲν ἤθελε νὰ δείξῃ ὅτι ἐθύμωσεν, ἐστράφη πρὸς τὸν καλὸν γέροντα, καὶ τοῦ λέγει:
― Πέ, Δημητρό, σαράντα φορὲς τὸ «Κύριε ἐλέησον».
Τότε ὁ μπαρμπα-Δημητρός, ὅστις ἂν καὶ εἶχε γηράσει, δὲν εἶχε μάθει ἀκόμη καλὰ τὰ Τυπικά, καὶ δὲν ἤξευρεν ἀκριβῶς πότε κατὰ τὴν Λιτὴν τὸ Κύριε ἐλέησον λέγεται τρὶς καὶ πότε τεσσαρακοντάκις, ἤρχισε πράγματι νὰ τὸ ψάλλῃ σαράντα φορές, ὥστε ὁ παπὰς ἐβιάσθη ν᾿ ἀπαγγείλῃ ραγδαίως καὶ ἀθρόα τὰ τελευταῖα ὀνόματα, καί, διὰ νὰ εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν ψάλτην, ἤρχισε πρὸ τῆς ὥρας νὰ λέγῃ: «…ὑπὲρ τοῦ διαφυλαχθῆναι… ἀπὸ λιμοῦ, λοιμοῦ, σεισμοῦ, καταποντισμοῦ, πυρός, μαχαίρας» καὶ τὰ ἑξῆς.

Ἀπὸ τὴν ὑπαίθρια Ἀγρυπνία στα ἐρείπια τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Φωτογραφία ἀρχείου Κων. Κουτούμπα.

*

* *

Τέλος, μετὰ τὴν λειτουργίαν, ὁ παπάς, ὁ Φραγκούλας καὶ ἡ οἰκογένειά του, καὶ ὀλίγοι φίλοι, ἐκάθισαν κ᾿ ἔφαγαν ὁμοῦ καὶ ηὐφράνθησαν, καὶ τὴν ἑσπέραν ὁ Φραγκούλης ἐπανήρχετο, εἰρηνικῶς καὶ μὲ ἀγάπην, μετὰ τῆς συζύγου καὶ τῶν τέκνων του, ὑπὸ τὴν οἰκιακὴν στέγην.
Πρὶν παρέλθῃ ἔτος, ἐγεννήθη ἡ Κούμπω. Ἡ κόρη αὕτη, πλάσμα χαριτωμένον καὶ συμπαθές, ἀνετρέφετο καὶ ἡλικιοῦτο, ἐγίνετο τὸ χάρμα καὶ ἡ παρηγορία τοῦ πατρός της. Δὲν εἶχε μόνον νοημοσύνην πρώιμον, ἀλλὰ κάτι ἄλλο παράδοξον γνώρισμα, οἱονεὶ χαρακτῆρα φρονίμου γυναικὸς εἰς ἡλικίαν παιδίσκης. Ὕστερον, μετὰ χρόνους, ὅταν ἐπῆλθεν ὁ δεύτερος χωρισμός, ἡ Κούμπω, ὀκταέτις τότε, ἔτρεχε πλησίον τοῦ πατρός της, εἰς τὸ «κελλί του», ὅπου κατῴκει εἰς τὴν ἀνωφερῆ ἐσχατιὰν τῆς πολίχνης, καὶ τὸν ἐγέμιζε περιποιήσεις καὶ τρυφερότητας.
Αὐτὴ μόνη ἐδέχετο προθύμως τοὺς πατρικοὺς χαλινούς, ἐνῷ τὰ ἄλλα τέκνα δὲν ἤρχοντο ποτὲ πλησίον τοῦ πατρός των, καὶ διὰ τοῦτο ἐκεῖνος τὴν ὠνόμαζε «τὸ εὐάγωγο». Καθημερινῶς ἔτρεχε νὰ τὸν εὕρῃ, καὶ δὲν ἔπαυε νὰ τὸν παρακαλῇ:
―Ἔλα, πατέρα, στὸ σπίτι· μὴ μᾶς ἀφήσῃς, λέγ᾿ ἡ μητέρα, ζωνταρφανά*.
Μίαν τῶν ἡμερῶν ἔτρεξε δρομαία, φαιδρά, καὶ πνευστιῶσα τοῦ εἶπε:
― Τά ᾽μαθες, πατέρα;… Θὰ παντρέψουμε τ᾿ Ἀργυρώ μας… Ἔλα στὸ σπίτι, γιατὶ δὲν εἶναι πρέπο, λέγει ἡ μητέρα, νὰ εἶστε χωρισμένοι ἐσεῖς, ποὺ θὰ παντρευτῇ τ᾿ Ἀργυρώ μας… γιὰ νὰ μὴν κακιώση ὁ γαμπρός!…
Τῷ ὄντι ὁ Φραγκούλας ἐπείσθη, κ᾿ ἐφιλιώθη μὲ τὴν σύζυγόν του. Ἠρραβώνισαν τὴν Ἀργυρώ, εἶτα μετ᾿ ὀλίγους μῆνας τὴν ἐστεφάνωσαν… Εἶτα πάλιν ἐπῆλθε τρίτος χωρισμὸς μεταξὺ τοῦ παλαιοῦ ἀνδρογύνου, καὶ μ᾿ ἕνα γεροντόπαιδον μαζί, τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον σχεδὸν συγχρόνως μὲ τὸν γάμον τῆς πρωτοτόκου.
Τότε ἡ Κούμπω, ἥτις εἶχε γίνει δεκατριῶν ἐτῶν, δὲν ἔπαυε νὰ τρέχῃ πλησίον τοῦ πατρός της, καὶ νὰ τὸν παρακινῇ ν᾿ ἀγαπήσῃ μὲ τὴν μητέρα.
Μίαν ἡμέραν, θλιβερὰ τοῦ εἶπε:
― Δὲν θὰ μπορῶ πλέον νά ᾽ρχωμαι οὔτε στὸ κελλί σου, πατέρα. Εἶναι κάτι κακὲς γυναῖκες, ἐκεῖ στὸ μαχαλά, στὸ δρόμο ποὺ περνῶ, καὶ τὶς ἄκουσα ποὺ λέγανε, καθὼς περνοῦσα: «Νά τὸ κορίτσι τῆς Φραγκούλαινας, ποὺ τὴν ἔχει ἀπαρατήσει ὁ ἄντρας της…» Δὲν τὸ βαστῶ πλέον, πατέρα…
Τῷ ὄντι παρῆλθον τρεῖς ἡμέραι, καὶ ἡ Κούμπω δὲν ἐφάνη εἰς τὸ κελλὶ τοῦ πατρός της. Τὴν τετάρτην ἡμέραν ἦλθε πολὺ ὠχρὰ καὶ μαραμένη, ἐφαίνετο νὰ πάσχῃ.
― Τί ἔχεις, κορίτσι μου; τῆς εἶπεν ὁ πατήρ της.
―Ἂν δὲν ἔλθῃς, πατέρα, τοῦ ἀπήντησεν ἀποτόμως αἴφνης, μὲ παράπονον καὶ μὲ πνιγμένα δάκρυα, νὰ ξεύρῃς, θὰ πεθάνω ἀπ᾿ τὸν καημό μου!…
―Ἔρχομαι, κορίτσι μου, εἶπεν ὁ Φραγκούλης.
Τῷ ὄντι, τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπῆγεν εἰς τὴν οἰκίαν. Ἀλλ᾿ ἡ νεαρὰ κόρη ἔπεσε πράγματι ἀσθενής, καὶ εἶχε δεινὸν πυρετόν. Ὅταν ὁ πατέρας ἦλθε παρὰ τὴν κλίνην της, καὶ τῆς ἀνήγγειλεν ὅτι ἔκαμεν ἀγάπην μὲ τὴν μητέρα της, διὰ νὰ χαρῇ, ἦτον ἀργὰ πλέον. Ἡ τρυφερὰ παιδίσκη ἐμαράνθη ἐξ ἀγνώστου νόσου, καὶ οὔτε φάρμακον οὔτε νοσηλεία ἴσχυσε νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ εἰς τὸν πρόσκαιρον κόσμον. Ἐκοιμήθη χωρὶς ἀγωνίαν καὶ πόνον, ἐξέπνευσεν ὡς πουλί, μὲ τὴν λαλιὰν εἰς τὸ στόμα:
― Πατέρα! πατέρα! στὴν Παναγία νὰ κάμετε μιὰ λειτουργία… μὲ τὴν μητέρα μαζί…
Εἶπε καὶ ἀπέθανε.
Ὁ Φραγκούλης ἔκλαυσεν ἀπαρηγόρητα· ἔκλαυσεν ἀχόρταστα, ὁμοῦ μὲ τὴν σύζυγόν του… Κατόπιν ἀπεσύρθη, κ᾿ ἐξηκολούθησε νὰ κλαίῃ μόνος του, εἰς τὴν ἐρημίαν..
Ὁ τελευταῖος οὗτος χωρισμὸς ἦτον μᾶλλον φιλικὸς καὶ μὲ τὴν συναίνεσιν τῆς Σινιώρας, ἥτις ἔβλεπεν ὅτι ὁ γέρων σύζυγός της ἐπεθύμει μᾶλλον νὰ γίνῃ μοναχός. Ὁ Φραγκούλης ἐνθυμεῖτο τὴν τελευταίαν σύστασιν τῆς Κούμπως, «μὲ τὴν μητέρα μαζί». Μόνον ἓν παροδικὸν πεῖσμα τοῦ εἶχεν ἔλθει. Τοῦ ἐφάνη ὅτι αἱ ἴδιαι ἀδελφαί της, ἡ ὕπανδρος, καὶ ἡ ἄλλη ἡ δευτερότοκος, δὲν τὴν ἐλυπήθησαν ὅσον ἔπρεπε, δὲν τὴν ἐπένθησαν ὅσον τῆς ἤξιζε, τὴν ἀτυχῆ μικράν, τὴν Κούμπω. Ἔκτοτε ἐξηκολούθει νὰ ζῇ ὁλομόναχος πάλιν, τώρα, «ἐπὶ γήραος οὐδῷ». Καὶ ἐνθυμεῖτο τὸν στίχον τοῦ Ψαλτηρίου: «Μὴ ἀπώσῃ με εἰς καιρὸν γήρως… καὶ ἕως γήρως καὶ πρεσβείου μὴ ἐγκαταλίπῃς με».
Καὶ τὴν ἡμέραν αὐτήν, τὴν παραμονὴν τῆς Κοιμήσεως πάλιν, τὸν εὑρίσκομεν νὰ κάθηται εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου, καὶ νὰ καπνίζῃ μελαγχολικῶς τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν… ἀναλογιζόμενος τόσα ἄλλα καὶ τοὺς ὀχληροὺς δανειστάς του, οἱ ὁποῖοι τοῦ εἶχαν πάρει ἐν τῷ μεταξὺ τὸ καλύτερον κτῆμα· ἕνα ὁλόκληρον βουνόν, ἐλαιῶνα, ἄμπελον, ἀγρὸν μὲ ὀπωροφόρα δένδρα, μὲ βρύσιν, μὲ ρέμα καὶ νερόμυλον … καὶ νὰ ἐκχύνῃ τὰ παράπονά του εἰς θρηνώδεις μελῳδίας πρὸς τὴν Παναγίαν.
«Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου με ζάλαι, ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε…»
Κ᾿ ἐπόθει ὁλοψύχως τὸν μοναχικὸν βίον, ὀλίγον ἀργά, κ᾿ ἐπεκαλεῖτο μεγάλῃ τῇ φωνῇ τὸν «Γλυκασμὸν τῶν Ἀγγέλων, τῶν θλιβομένων τὴν χαράν», ὅπως ἔλθῃ εἰς αὐτὸν βοηθὸς καὶ σώτειρα·
«ἀντιλαβοῦ μου καὶ ῥῦσαι,

τῶν αἰωνίων βασάνων…»

(1906)


ΠΗΓΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: http://www.papadiamantis.net